Σάββατο, 28 Δεκεμβρίου 2013

διδαχές


το πιο φανταχτερό είναι να νομίζεις πως φεύγεις κατέχοντάς το
και το πιο αλλότριο δικό σου να είναι
λιμνάζεις διδάσκοντας τα ίδια στον εαυτό σου
η κλειδαρότρυπα χάσκει μακριά από το κλειδί της
Απ΄τις χειρολαβές κρατιέμαι να μην πλήττομαι τυφώνα
δεν είναι φρούτο πεθυμιάς το μελάνι
το χόλιγουντ βρίθει αστερισμών λαγνείας
είναι το συναπάντημα της πείνας μιας ζωής
που γλυστράει επιδεικτικά
"κυνήγησε με δε θα με πιάσεις"
αγγελούδι μου κατέβασε την στον καινούργιο λάκκο
ο χρόνος βγάζει γλώσσα όπου φτάνει
τα κουαρτέτα σιμώνουν τους εραστές του κλασσικού

Πέμπτη, 26 Δεκεμβρίου 2013

μελάνια ασύρματα


Δε βγαίνουν οι λέξεις σαν εσύ θριάμβου
Λειοτριβείο και καμμένες πέτρες, όχι φώτα
Εμπόριο κυττάρου να κάνουμε
για να πεθάνουμε πιο γρήγορα
όσο τους κύκλους σου θα αναδεύεις
κύκλος δε με ορίζει
Με το σπαθί θα χτυπάω
έπειτα θα σου χρωστώ ερυθρά αιμοσφαίρια αναδρομικά
πάψε άμμο να φυσάς στο μονοπάτι
ο σκαφτιάς οργίζεται παρατώντας το τυφλό
και ο χρόνος ξαπλώνει ραχάτης
ένα πτηνό εκλιπαρώ για να παρηγορούμαι από τα φτερά του
το φαρμάκι μια μέρα ζαχάριασε μονομιάς
κι όπως ρούχο απόκοσμο, μαζεμένο το απεγδύθηκα
αυτό και των σπλάχνων την άρρωστη ράχη
στο τελευταίο μάταιο παρανάλωμα σεντονιών
αποφάσισα άδειο δισάκι
Η μοναδιαία ουσία συνομιλεί με άλλη σφαίρα
γι'αυτό εγώ ερημώνω ανίδεη
Αν έβρισκα μία έστω μετάφραση
δε θα μου φύτρωναν τόσες ακατάλληπτες γλώσσες
μάταια να πολιορκούν μια μάταιη ανάγκη
κι όλο φθήνουν ανεκπλήρωτες σε μια αίθουσα λες πεπρωμένου 
του έρωτά μου οι εικόνες 

Πέμπτη, 12 Δεκεμβρίου 2013

διαλυτικό


Δυο κύματα πιο κάτω αν κατέβεις
κινδυνεύεις να ξεγελαστείς πως ημερεύει η θάλασσα
ρωτήθηκες ποτέ πώς αποσβένεται τόση παλίρροια
στην ακτή που έχεις απλώσει τα σχέδιά σου,
μαζεύει δύναμη για σε πνίξει μαζί τους
όπως είπες θα πρέπει να χεις πεθάνει πρωτύτερα

Δευτέρα, 9 Δεκεμβρίου 2013

το νόημα


Αν με ρωτήσεις πώς είμαι τώρα που κυρτώνω πλάτη,
πιο ήσυχη, δεν μ'ενοχλούν κλυδωνισμοί, αναταράξεις,
σα γνώρισα το νόημά τους και πώς θα συμβεί
κι ας είχα κάποτε παιδί χυμούς στα στήθια
που λαχταρούσαν να ξεχυθούν σ' ανατολή και δύση
χωρίς να ξέρω ποιός καραδοκεί
αφέθηκα, μα απ'το σκοτάδι  πέρα υπάρχει μόνο η άγνοιά μας σκοτεινή
ακόμα κι οι γραμμές που αφήσαν τα πουλιά του Ελύτη
μπερδεύτηκαν τώρα έσβησαν απαλά σε μία
ο δρόμος είναι ένας όσο κι αν επιβλέπω παρακάμψεις..

Δευτέρα, 2 Δεκεμβρίου 2013

κηδειόσημο


έτσι που ανοίγουνε και κλείνουνε οι χρόνοι
ίδια αρχή και ίδιο τέλος
ανίατοι κουτρουβαλάμε ως τη σήψη των έρμων κορμιών μας
Ηττήθηκα όταν πουλήθηκα στου ήλιου τη δύση

Σάββατο, 30 Νοεμβρίου 2013

λανθάνον


της καλλιτεχνίας έμβασμα
είναι η λύτρωση για την απαξίωση της ομορφιάς που κάποτε εννοούσες
 που αν μετρήσεις τις χαρές
τελειώνεις σε θάνατο
με κάποιο τρόπο πρέπει να το παζαρέψεις
δεν είναι η ανημπόρια δική σου εκδρομή
να στη φορέσουν ταμπέλα
ούτε μου είπες πως η παγωνιά φωλιάζει στα κόκκαλα
όταν η μοναξιά δεν ξέρει ποιό πλευρό να διαλέξει
δεν κρυώνω τώρα- γι αυτό
δεν σκέφτομαι, μην τυχόν μηδενίσω τους συμμαθητές μου
για τα δώρα που μου βγάζουν μέσα από το καπέλο
τραβώντας μαγικά την καρέκλα πίσω από την πλάτη μου
χορταίνω το λαγό μιας κατάδυσης στην αδικία
ξέρεις τρώμε ακόμα εδώ χρονομετρώντας
το φαγητό μας όλο και τον εαυτό μας ως πότε
έτσι ξεχνιέμαι κάθε μέρα στο θρανίο
στο χειρότερο σχολείο που ήλιο δε βλέπει
όταν σχολάω αρκεί που κυλάει η φύση κάπου έξω
το πράσινο να σκεπάσει τη γυμνή ραχοκοκκαλιά μου

Δευτέρα, 25 Νοεμβρίου 2013

σύννεφο μικρό


Πριν από σύννεφο μικρό
χαράχτηκε ο δρόμος του χειμώνα
Σύννεφα διακλαδούμενα
λαβύρινθος το πέπλο
κεφαλι δε σηκώνει μεροδούλι μεροφάι
σκαλώθηκε ο αγιασμός στην άκρη της ανέμης,
ούτε τυλίγεται ο χαμός ούτε κεντάται νήμα
μνήμες αδέσποτες σα σφαίρες του ασημιού 
το αραχνοϋφαντο το πανωφόρι εξαχνώνουν μιας ελπίδας
το πιο μακρυ ταξιδι μου ο πόθος να μισεψω
σαν έρθει η δύση με το άπειρο στα τρένα,
ανοιξη να λογίζεται για μένα
ναι τότε να πιστέψω
σα δουν τα μάτια τις φωτιές των άλλων κόσμων
που οι χειμώνες μου τις λοιδωρούν για να μη με πονάνε
κι αυτές αλύπητα χτυπούν το όνειρο του Ιωνά
μέσα στους τοίχους της κοιλιάς του αχόρταγου ψαριού
Διχάζομαι τι θα ναι
ουρανοξύστες γυάλινοι
ή τάχα η δίχρωμη η άμπωτη του Αμαζόνα ποταμού
και ποιά ναυάγια στα μακρινά τους βράχια
σιωπή από ξενιτεμένα στήθη ακουμπούν
Ψύχρα έπιασε απόψε στον καθρέφτη
κι η άγνοια των βελόνων στα δάχτυλα
έλα στη θέση μου

Παρασκευή, 8 Νοεμβρίου 2013

στένωση


ο κώδικας που οδηγεί στην ίδια στένωση
κι ούτε να καταπιώ μπορώ,
ούτε χωρώ να μεταφέρω την πραμάτεια,
που με ακολουθεί ουρά,
κι αν είναι εξευτελιστικός,
πασχίζοντας να πνίξει ότι τον πονά,
με ουτοπία τα στήθια μου φουσκώνει,
δεν με αφήνει να ζηλεύω τις ξεθωριασμένες μου πτυχές,
τις καίω κάθε που με επισκέπτονται
πάνω στα κοκκαλιάρικα της μέρας πλάνα,
ο κώδικας αυτός, μαζεύει από τα μάτια μου
όσες κλωστές κι αποκαϊδια ξεπηδούν
και τους λυγμούς που με βαραίνουνε
ναυάγια τους κεντάει στα σπλάχνα
ώσπου κι εκείνοι να καούν..
............................................................
άλλο είναι να σε τραβούν τα παλιά σου ράμματα
-όσο αλλάζει ο καιρός της ύπαρξης
παιδεύουν οι ματίσεις-
κι άλλο ακόμα να πληρώνεις κουστούμια 
που επιμένουν να σου ράβουν ακριβά
επειδή τη μοίρα σου έχεις ξηλώσει
...........................................................
Ύψιστε πότε ξημερώνει;


Τρίτη, 29 Οκτωβρίου 2013

Τι όνομα έχει


και πώς να κλείσεις μάτι
που το καράβι πιαίνει κι έρχεται άδειο
στο στήθος που λιγώθηκαν τα 5 λόγια,
φαγώνονται ανοιχτό τον μπέτη,
ο πόθος με τον πειρατή πραγματογνώμονα
-δεν έχω- μόνο ότι θέλω- δε θα πάρω κάτι άλλο-
σε ώρες δύσκολες με πετυχαίνεις,
καρτέρι μου έστησαν οι προσφυγές της μέρας,
από παντού φυσά το τέρας,
λειψή ασφάλεια που σπέρνει ανέμους, δένει χεροπόδαρα.
Δυό άρρωστα παιδιά είδα και τα ουρλιαχτά τους
κολλάνε το άλφα στο ωμέγα,
φυτρώνουν αγριάδες στις κορφές του περιμένω
κι όποια λαγνεία λούζονταν εκεί,
βυθίζεται μαζί με τον υπαίτιο και τα ενθύμιά τους
Ρινίσματα εκτοξεύονται, τους ραίνουν,
σκόνη που λαμπυρίζει μα στα μάτια τους δε φτάνει,
πίστη, ελπίδα, αγάπη,
σκάλες κυλίονται απουσίας
χρόνων ζωής χλωμά τα μάγουλά τους,
από εδώ ως την πρωτεύουσα,
ως τ'ακροχώραφά μας μαχαιρώνονται οι χαρές,
μάταια δεν έχουμε Θεό κανένα,
κανείς δε γίνεται Θεός
και όλοι Αυτόν φωνάζουμε για φταίχτη

Δευτέρα, 7 Οκτωβρίου 2013

πλησιφάη


έτσι στο "πάραυτα ελπίδα" κρατιέμαι
και του προστάζω να καλπάζει
τινάζοντας τα γκέμια
χλιμιντρίζουν τα όνειρά μου
μήτε καν κοιτώ που απ το κοντέρ χαμογελούν
οι τρύπιες ή οι μαύρες ώρες
που οι λυγερές οι όμορφες γκρεμίζονται
σα γυάλινα λουλούδια στο κενό
που δε θα ξαναγεννηθώ για να το αλλάξω
χαμογελώ απτο πρωί
το βράδυ πέφτω ασθενείας προϊούσης
σέρνoντας μια ουρά παράπονα
γιατί μονάχη να κατοικώ σε σύννεφο άλλο
κύκλωπες οι περαστικοί
κι εσύ δεν έρχεσαι, δεν θα έρθεις,
τότε βγαίνει ο Ικαρος και μου χαρίζει τα φτερά του
ως το επόμενο πρωί γίνομαι ξανά παιδί
το τόπι μου ανυπόμονη πετώ
τους ρημαγμένους τοίχους γκρεμίζοντας
ο χρόνος δε μετράει πέραν τούδε
μα ο κόσμος μετριέται
έχει πατρίδες, έχει σύνορα
και πρέπει να βρω τον τρόπο να τα μετρήσω
όσο ακόμα κάνει φως.-

Παρασκευή, 4 Οκτωβρίου 2013

έρημο κύμα


Ξέρεις πως όταν πεις "φτερό! θέλω να γράψω!"
θα στείλει εκείνο του πνιγμένου γλάρου
να σε διακόψει
καρφώνοντάς σε στο λαιμό
κάτω από το πλοίο να βουλιάξεις
βαθιά..
κι είναι όλο άλγη το νερό
βαθιά..
κι έχει τα μάτια του κλειστά
μικρό παιδί που πιάστηκε στην άκρη της προπέλας
κύμα που μας σκοτώνεις
δώσε μου την ανάσα σου
σκοτάδι απλώνεται ολόγυρά μου
μη με αφήνεις μόνο μου
για το κοράλι βούτηξα
και μ' έκλεψαν οι μοίρες...


Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2013

αν έχεις νέα


σκήπτρα και κύμβαλα διατάζουν
στεγνό μου λέπι.
ο τοίχος σάρκα γίνεται
μεμβράνη ρώγας γλυκιάς
μαύρο σταφύλι που φυτρώνει
στην άμμο οι ριπές αρχίζουνε
βροχή κι αέρας,
γούβες και καμπύλες χτενίζοντας,
μαβί αποκαλόκαιρο με τσιγαρόχαρτα αιγίδες
αφήνεις μια πατημασιά στο στήθος
φτιαγμένη από βράχο
ενθύμια κιτρινισμένα δίχως ενοχές,
κουβέντες δίχως δόντια και καρφιά,
λιωμένες αλυσίδες, γιατί κλαις
και μια ξεψυχισμένη ελπίδα,
μια λέξη ακαθόριστη
που σβήνει όταν έρχεται κοντά μου
Απόκαμα
μα η άμμος φως εκπέμπει
ξωπίσω της να σημαδέψεις ξανά
σημειωτόν σκοτώνονται ανά δύο οι πόθοι
για να μην προσπεράσω ηττημένη
την τελευταία μπάντα του στήθους διαλύοντας

Δευτέρα, 23 Σεπτεμβρίου 2013

Πατίνι μακριά




Απ..Απ..Απ..
σαν ένα ζώο που διατάζει ο κύριός του
οπίσθια, εμπρόσθια, να προχωράς
τινάζει η αλυσίδα ως πότε
απώ..απώ..απών...
να! φεύγει... ξέφυγε..
κρύβεται μάτια φλογισμένα
απώλεια
απώλεια ολόγιομη
απώλεια ο δραπέτης να δακρύζει
σαρώνει τους βυθούς για τα χαμένα
σαράντα γαλόνια εικονίσματα ευχών
αδειάζουν μπρος σε μια βιτρίνα ποδηλάτων
τρία παιδιά ανταλλάζουν υποκοριστικά επίθετα
ποιά άφταστη ταχύτητα; 
η ταχύτητα της άδολης σκέψης
πάνω από τ' άγραφα ανυποψίαστα
θα μείνω ν αναβοσβήνω το λαμπατέρ
ώσπου να καεί το νήμα της μνήμης
όσο η μια στιγμή πάνω στην άλλη κολλά κι ελπίζει
κι η ωραιότερη των στιγμών σκεπάζεται
το πανωφόρι του προσήκοντος θανάτου 
μου αρέσει γενικά να μιλώ
με ξέχειλο της αντοχής το ποτήρι
τα χείλη ξερά
η ώρα γεμίζει τοπία νεκρά, κεφάλια κομμένα
και μαραμένες μαργαρίτες αγκαλιάς
πού πήγε η μέρα που θα έλαμπαν
τα ανθισμένα μας στήθη;
με πιάνει ρίγος ο χειμώνας που έρχεται..

Τετάρτη, 18 Σεπτεμβρίου 2013

μαύρο άτι


 

Πόση καθυστέρηση πια να παράγει
ένα δευτερόλεπτο επιζήσαντα ανθρώπινου ιστού
σε μια πλήρη περιστροφή της γης γύρω απτον εαυτό της;
τόσο ασήμαντοι είμαστε για τα αέναα περιβάλλοντα σύμπαντα
μια ζωή να κρέμομαι από μία αλήθεια θρυαλλίδα
που απειλεί με το τελευταίο δευτερόλεπτο
το άλογο του φρενήρους κόσμου
γραπώνεται από τη χαίτη του 
και λυτρώνεται στον πλησιέστερο γκρεμό
κάτω από τα ανεξέλεγκτα πόδια του
κυλώ
μέσα σ'ένα ποτάμι που' χει για γραφτό του
πάντα να λασπώνει περιεχομένων
βρωμερών συνειδήσεων και ασυγχώρητων λαθών
σαν την πρώτη βροχή στους τροχούς
που κινούνται γλοιώδεις στους δρόμους της πόλης,
μόνο που εκεί στα μαύρα από λάδια νερά
φωλιάζουν ουράνια τόξα
ενώ εδώ φωλιάζει μόνο η αλήθεια
εγώ, ένα μυρμήγκι,
σκαρφαλωμένη πάνω σ'ένα χαμένο βελούδινο πέταλο,
πιλοτάρω ξεγελώντας τον πλανητάρχη
να χρονοτριβεί στον θαυμαστό του ωρολόγιο κόσμο
μια λέξη δίχως νόημα και δίχως αντίκρυσμα
και την ίδια ώρα να μου σβήνει αργά, το ένα μετά το άλλο,
τα τελευταία φαρισαικά του φώτα
για να μην προλάβω
καμία έξοδο ανθηρή

Πέμπτη, 12 Σεπτεμβρίου 2013

αποτύπωμα μαμούθ σε ριζόχαρτο


Έγκλημα μικρή Λουτσία... Θα τρέχεις χνώτο ζεστό στα όνειρά τους τετράποδη κι από εκεί θα τους σπαράζεις το ευζείν...

Καθισμένη από ώρα, μια λέξη μέλισσα επιμένει να σου κεντρώνει το μέτωπο ώσπου της προσφέρεις στέγη της διανοίας σου για να σε απαλλάξει. Κι όλο έσταζε απώλεια το δεξί σου μανίκι. Όλες οι προσευχές κόλλαγαν στο ταβάνι κι έφτιαχναν σταλακτίτες. Σφαλιχτό το παράθυρο.


Ο έρωτας δεν είναι απλά μία πάροδος ευνοημένης σαρκός για τα εγκόσμια. Είναι η οδός μιας αέναης τυρρανίας του πνεύματος για τα πάντα.

Καλώς όρισες φωσφορίζουσα δράση στα σκοτεινά τα δάση....


Πέμπτη, 5 Σεπτεμβρίου 2013

φθορίζον - ανάποδη πλοκή


Έσκυβε και περίμενε να ρθεί η μοσχοπεταλούδα 

Ζω στην αντίπερα όχθη σoυ.
κι αν δεν μπορώ να έρχομαι νωρίς;
φάε, δροσίσου,
σκέψη είμαι,
με κλέβουνε στο δρόμο τα πουλιά
κοντό μου μένει το φτερό
χέρια δεν έχω να σε πάρω αγκαλιά

Φτάνει η ανάσα στην παλάμη;

Εδώ τελειώνω με το καλοκαίρι μου
σπασμένα αναμνηστικά βυθού,
ωκεανού σιωπές πονάνε την πλάτη
χρόνους μεγάλους, σχίνους και λιοπύρια
τα κρατώ σφιχτά,
πόσα έχασα γλυκιά μου απόφαση
σα μοίρα όταν σε πήρα

Δεν είναι αγάπη λες
και τραβώ τον ουρανό να σκύβει πάνω μου
απόκανα που δεν μπορώ
επάνω σου να βασιστώ να δραπετεύσω
εσένα σε τυλίγουνε φωτιές
κι εμένα ζώνουνε οι χάντακες

Την ξώθυρα το σύστημα καταχτυπά
τροχοί του κάματου στριγγλίζουν,
βαγόνι που αγκομαχά κοράλια πεθαμένα
δεν έχει για βραβείο γαλανό αστερία
Μετά της Παναγιάς με γυροφέρνει ο πυρετός
χέρια της μηχανής, κίτρινα χέρια
άραγε ξέρει ο Θεός χειμώνα πότε θα φανείς
συμπύκνωμα αγάπης;

Πέμπτη, 25 Ιουλίου 2013

το τηλεφώνημα - αποτσίγαρα φιλενάδα...


μα πώς της διέφυγε μία φυγή;
σώπα και έχει κρεμαστεί της λοβοτομής της ο απόηχος
στο κέντρο της πλατείας του χωριού
και της σιωπής της ο θόρυβος διανύει υπόγεια φαράγγια
από την ξενιτιά ως τα ελληνικά περίχωρα
απελπισία είναι το σύρμα της φωνής της
γκρεμίστηκε πάνω μου ραγίζοντας
την προσδοκία της συνάντησης
που σκαρφάλωνε απέλπιδος λυγμός των χρόνων
για την κορυφή του λάρυγγα
κι έγινε εκείνο το λευκό κορίτσι
με το ξέσκεπο όνειρο και τη μαύρη πέτρα στο χέρι
έτοιμη να απαρνηθεί όσα έμελλε
για τόπο εχθρικό η άμαξά της
μα την αλήθεια τι να φυλαχτείς από ένα κακοτράχαλο ριζικό
σκέφτομαι τα εξατμισμένα νιάτα της
στο στήθος τα μελάνια της χυμένα
νεκρή ακόμα και η μέδουσα του έρωτα
κι ανατριχιάζω την ευχή τον Παράδεισο δοξάζοντας
Αδειάζει η τάφρος και δε λογαριάζει κανένα.-

(αφιερωμένο με μία ευχή για την παιδική μου φίλη στα ξένα που επίτηδες όλα αυτά τα χρόνια έκλεινε τις πόρτες που θα μπορούσαν να ανασύρουν το χθες των παιδικών της χρόνων, για να μπορεί να αντέχει το βάρος κάθε μιας καινούργιας μέρας μακριά από ότι αγαπούσε)

Τρίτη, 23 Ιουλίου 2013

ιρόκο


Αρμαδώρος πέρασες μέσα μου
σταυρώθηκαν οι δρόμοι μας το απομεσήμερο
εκεί που σχίζεται στα δυό του πλοίου η μαβιά σκιά
στην κόψη της πλώρης
πέφτεις ν'αγκαλιαστείς με τ'άγρια λευκά της
π'ανθίζουν ρόδα
κι ύστερα κραταιός αφήνεσαι να επιστρέψεις
στα μαύρα του υγρού καθρέφτη βάθη
δρόμος ανεξερεύνητος μακρύς
έχει τη ρότα του νερού
στρίβει, γυρνά να μάχεται,
βρυχάται και κοπάζει
άφαντος έγινες
μετρώ τα ιστία μου
ξέπνοα λερωμένα
κι ο άνεμος αντίθετα βάλθηκε να φυσά

Δευτέρα, 15 Ιουλίου 2013

αυτόματος πιλότος


ναι που περίμενες να πάρεις απαντήσεις
ζητιανεύοντας πηγές, ανέμους και ανθρώπινες πληγές
η γνώση έρχεται σα χάρισμα,
o μαυροφορεμένος με τ'αρπάγια νύχια
διατυπωμένη ήττα με το γάντι
κάθε απάντηση που ξάπλωσε σε στήθος ξένο
βάρος μέταλλου πολύτιμου
βουλώνει έρμα το ερωτώμενο δικό σου
και πώς να αναπνεύσεις
αν πρέπει να περάσω ωκεανό
που τρέφονται ηλεκτροφόρα φίδια
πρέπει να ζήσω το επίτευγμα σα να' ναι δικό μου
κι ίσως ακόμα βρω πού λάθεψες εσύ
και στέρεψε ο δρόμος

Παρασκευή, 12 Ιουλίου 2013

κώδικας

Κάθε που δύει στέλνω το σύνορο του ορίζοντα
να πολιορκεί την επίφυση σου
μέχρι εκεί ακουμπάμε ο ένας τη βρωμιά του άλλου
που κυλάει ανεξέλεγκτα από τις ανίδεες οπές 
και που η μοίρα της τεχνολογίας δεν φτάνει να ενσαρκώσει
ώστε να διαλεχθούν με τους αδύναμους τρόπους τους
η ανθρώπινη διάνοια κυκλοφορεί συγκαλυμμένη
εμείς με το μανδύα των ταξινομηθέντων
αποθανόντες του ίδιου είδους
ο ένας πίσω από τον άλλο πεπτωκότες
ανθρωπάρια εξευτελισμένα και υποτελή
ποτέ δεν παύει η πείνα να πάω το πρόσωπο μου,
το χέρι μου
πιο πέρα από το δοχείο της υπόφυσης
να ασφαλίσει στο δικό σου
να βγάλω τη ζωή απ'το κλαρί του ονείρου
στο κλαρί του τρέχοντος κυτταρικού κλάσματος

Θα μ'αρνηθείς όμως έτσι δεν είναι;

Τετάρτη, 10 Ιουλίου 2013

ψεγάδια


εγώ επέστρεψα τη ζωή στο κύμα της
πώς να την ξαναφέρεις άλλωστε στο χέρι που
ασφαλώς μικρό τη μάνα του κρατούσε
περπάτησα ώσπου τρύπησε η γλώσσα
δηλητήρια κι αρώματα κατάποσης
να προφυλάσσομαι
να μην αγγίζω τοίχους ετοιμόρροπους
μα είναι πέρα από το νου πλανεύτρα η φωτιά
να ζήσω μακρύτερα από τους δρόμους των οστών μου
και το νερό διαλέγει τρόπους τελειωτικούς
περνά εκεί που χώνεψαν οι στάχτες
δίχως ν' αφήνει αποφάγια στο στήθος
μονάχα τρύπες για να χύνονται το φως και τα σκοτάδια
ωσότου να διαλυθώ εντελώς
λίγο έμεινα ακόμα δέρμα
που τ'οδηγεί λες ένα ουράνιο φάσμα 
ριγώ το κάθε μίλι μακριά σου

Τετάρτη, 3 Ιουλίου 2013

dream of lovely creatures


στο μουσείο των θαυμάτων
οι πόρνες τραγουδιάρες αγκαλιάζονται
βαμμένες δέρματα στιλπνά αλληλεγγύης,
μικρόφωνα αγάπης ακκίζονται,
φιλίες γυναικών πλεγμένες δάκρυα
κυλάνε την αιρετική και την αόρατη εποχή
ερώτων μάταιων δαπανηρών
πόσο πάει η τιμή σου
λευκά τα μποντουάρ και οι καρέκλες
που η δύση καθεμιάς απάνω τους ξαπλώνει
του τίτλου της τη φορεσιά
και την κορμοστασιά της
στα κρεμαστάρια τις λεπτές δαντέλες
διάλεξε τη δική σου
θαμπός καθρέφτης, κουρτίνα βαριά
σίδερο πυρωμένο η πληρωμή σου.-


Δευτέρα, 1 Ιουλίου 2013

το χτένι

Με βελονίζει να μοιράζομαι το μύχιο
στων δαχτύλων τις άκρες
και όχι μέσα απ'το σκοτάδι του λάρυγγα
φθόγγος οικείος να συναντώ χαλαρό το πρόσωπό σου
να κάθομαι μπροστά σου οκλαδόν
και καταπάνω σου να σβήνει
το σίγμα τελικό και η ντροπή
φίδι που με χλευάζει άνυδρη βρύση
χαροπαλεύοντας την ουρά του

Μα όχι.
το καλοκαίρι ακόμη δεν το μοιραστήκαμε
ακόμα δε γιορτάσαμε τους άγιους χρόνους,
Συγχρονιστήκαμε ως τα εγκόσμιά σου,
τα συναξάρια σου διανύοντας
Θέλω να χτενίσω όλους τους κόμπους,
να λυθούν οι δρόμοι φωτεινοί ολόγυρα
να χυθώ σαν ξέφρενο άτι
των σειρήνων αμελώντας τα δάκρυα
αστράφτοντας μέσα στο κίτρινο έλος της μέρας
καθαρή, αγέρωχη, δεύτερη μοίρα
με το χτένι στα δόντια,
το χέρι σου απλωμένο
να μου κλέβει τις φωνές για πάντα
παραμερίζοντας τον καλαμιώνα
της παραμορφωμένης δύσης

Θα λιώσω το φόρεμά μου αργά ή γρήγορα
και θά'ρθω.

Σάββατο, 22 Ιουνίου 2013

αμπάρι

τις ζεστές μέρες το σκαρί χωνεύει ιώδιο
που πέφτει από τον ουρανό μαζί με αλάτι
στα ύπουλα πεδία της άγνοιας
δωροδοκεί τον λουόμενο
την εμπειρία της ψευδούς άνωσης
ενώ του καίει τα υποδερμικά περιεχόμενα
κατασκευάζει καλοκαίρι με ιδρώτα
και σχισμένα χαρτιά ματαιωμένων σχεδίων
κηλιδωμένη μελάνη και άβολα λόγια
να πώς αποζημιώνεται μια μάταιη δράση
εραστών που αποκοιμούνται ο ένας εντός του άλλου
με ημερομηνία λήξης


Πέμπτη, 20 Ιουνίου 2013

ροζέ

για να έρθει η βροχή χαμογελώντας
θα θυμηθώ
πού ξέπλυνα την τελευταία αγκαλιά
μέσα στη μαχαιριά που κατέβαινε τυφλή στην πλάτη
ξέχασα
όλα γίνονται για μια θέση κλειδί στο αλλού
και μια δικαιολογία αντικλείδι στο υπάρχω
καλπάζοντας ξεπουλώνται τα κύτταρα
το ρήγμα βαθαίνει
για μια θέση στον ήλιο
και μια ξέγνοιαστη τύχη

Τρίτη, 18 Ιουνίου 2013

ταξιδιώτης

στο άθλιο αυτό κωδωνοστάσιο
το μέταλλο έχει τόσο σκουριάσει
ούτε ένας κλυδωνισμός
ούτε ένας μακρινός απόηχος
άκαρδος χλιαρός σαν το χαμόγελο
ενός ηδυπαθούς για την απώλειά του
ούτε ένας λεκές σε ρούχο λευκό
ένας κόκκος απ'τα βότσαλα
που ξάπλωνε
ούτε ένα κοκκινάδι για τη νίκη μιας στιγμής
και την ήττα μιας άλλης
τυφλό πεδίο
δεν βρήκα πως να περνώ την απουσία
με την καρδιά δίχως εξανθήματα
το φεγγάρι γεμίζει
τα ρούχα του σκίζοντας

Πέμπτη, 13 Ιουνίου 2013

εκτός σήματος

 
ώρες του μέλλοντος
πώς να κοπάσω ανέμους κίτρινους Πορφύρη;
πώς να βουλιάξω πριμαντόνα
απαλή στη ροδαλή αγκαλιά σου;
τα μάρμαρά του ο ακροκόρινθος ξεφλουδίζει
ληγμένος οιωνός ιδρώνει Ακρίτες
πάρε με εκεί που κυνηγά το αγρίμι
που στην καρδιά του τρέχει ακόμα νικητής
ο γαλανός παλμός
το δέος μου να γονατίσω μπρος του
εδώ λυγώ επικίνδυνα ξεριζωμό
το λαβωμένο μόρφωμα
ο Σόλωνας με το Σολωμό από ψηλά δικάζουν
το πνεύμα του γλυστρά γοργά
και ο λυγμός του
στέγνωσε η πατρίδα από όνειρα και ιδανικά













Δευτέρα, 10 Ιουνίου 2013

συστάσεις


στην τέταρτη οδό
το τέταρτο συναπάντημα
μοιάζει να φωτίζονται οι μαρκίζες
μικρός, τρελλός και τριανταφυλλένιος
είναι ο Θεός που λάτρεψα
ο πρώτος Ενετός
ο δεύτερος Φραγκολεβαντίνος
ο τρίτος Κρητικός
κι ο τέταρτος μιγάς μπαμπέσης
μάνα λένε πως καθρεφτίζω ανεμόπλασμα
κουρέα της Σεβίλλης μ'άγονους εχθρούς
μπορεί και ήπειρο που δίνει σχίσμα γιγάντων
μάνα τη μήτρα σου κορόιδεψα 
αγώγια κοσκινίζω
ράβω σχοινιά να με τραβήξουνε γι αλλού
να κολληθώ με βράχους
ελεύθερο το σχήμα
φύλαξε το ακριβό μου πρόσωπο
που δεν καταλαβαίνουν
όπως τότε που φύλαγες το σπόρο των βασάνων
κινούμαι στα νώτα του ήλιου

Παρασκευή, 7 Ιουνίου 2013

βόλια


σκληρόκαρδα, επιτακτικά ζητάνε να περνούν
οι μέρες σαν καπνός που καίει τα μάτια
το στόμα του ανέμου ψαχουλεύω
πάνω κάτω βηματίζοντας 
του κόρφου η φωτιά γίνεται κομπασμός
σβησμένα αποτσίγαρα κλωτσάω σ' άγρια τσιμέντα
κι ούτε λυγάει μια χορδή ν'αγγίξω ένα μίσχο
περικυκλώστε με λοιπόν
κι εκεί στο μέσο τυφλωμένων αναγκών
συνδαιτημόνων που αλλαξοπιστούν
αδειάζω τα οχυρά της νάρκης
φορτία λαθραία, ψεύδη, λόγια απατηλά,
μαύρα πουλιά πετάχτηκε του πνεύμονα ο ζόφος
ψάχνω τον τρόπο να πηαίνω ως την άκρη
το κοφτερό το βράχι είναι μακρύ
ως να ματώνεις ιαχές λαθών
ξάφνου σ' εγκαταλείπουν τα μουράγια μ'όλα τους τα φώτα
βρέχει καρδιές ξεριζωμένα φύκια ένα σωρό
κι οι προκυμαίες ερημιά λιώνουν μέσα στο αλάτι

....κι εσύ σκιερός κάτω απ΄τη φυλλωσιά γελάς
μακριά απ΄του κόσμου το ναυάγιο
είναι δροσιά το χάδι στο πορφυρό αλώνι σα γυρνάς
ξαπλώνει δίπλα σου μια χρυσαφιά χαρά
το κύμα ανεβάζει θαλασσοπούλι χάρτινο
που σε ζυγώνει..




Δευτέρα, 3 Ιουνίου 2013

σελίδα 10669 -ερώτημα


τι αρθμό να έχω να φανερωθώ;
τι να λογοδοτήσω;
αν ήθελα, καινούργια γη
πέτρα, φύλλο, πνεύμα, χτύπο καρδιακό και φως
πώς να δημιουργώ;
πώς σαν σοφός πατέρας,
με τους προγόνους μου να μετρηθώ;
πώς άξιος συνεχιστής της ιστορίας να εγγραφώ,
ναούς ενόρασης να με κληροδοτήσω,
και μεγαλεία των τεχνών;
κι αν ήθελα..γιατί;
τι θα κερδίσω;
τάχα δεν είναι χώμα αρκετό εδώ οπού γεννήθηκα; 
τον πόνο και το θάνατο να καταμαρτυρώ,
να κονταροχτυπιέμαι;
στο κύτταρό μου άραγε μπορώ να τον νικώ;
το θείο αν φτάσω, θείο θα γενώ;
Μέσα στην πλούσια γη εγκλείστηκα
σα μοναχός να γονιμοποιώ σκοτάδι
σαν πεταλούδα να ξεπεραστώ
χορτάτος κατηγόρια
Σκονίστηκα κι αγκάλιασα ως το βάθος των λυγμών
κουράστηκα
κι αν ήξερα
δε θέλω πέραν τούτου άλλο να γνωρίζω,
Βαδίζω ορίζοντα άγνωστο και πηαίνω
ίσως με βρεις, ίσως σε ιδώ...

Κυριακή, 26 Μαΐου 2013

στεφάνι

Αφανίζω το στόμα μου κάτω απ΄το μαγιάτικο
εκπνέει ξεπεσμένη λεβάντα
σέρνομαι αδαής στο ξώθυρο πάνω στα προσχέδιά μου
στολίζω προσανάμματα
δεν ανταλλάζεις κουβέντα καμιά
δεν έχω όνομα, δεν έχω σπίτι, δεν υπάρχει δρόμος
μέσα τρίβει η ώρα καθαρμού
αλλά συναντιόμαστε στο δρόμο
μόνο χέρια έχω τρεμάμενα
νευρωμένα μάταιων οδυρμών και κόπων 
τα καλύτερα βιβλία μένουν τσακισμένα στη μέση κοντά
αδιάβαστα, ατάραχα, κομοδίνα φορτώνω
λιώνοντας το αγκυροβόλημά μου
τα υπόγεια κρατήρες ατμίζουν
κι όλο πυκνώνουν οι πλάτες των εκδρομέων
για τα δάση ανηφορίζουν
οι εκδρομείς κατηφορίζουν στ΄ακρογιάλια κι εσύ
κι εγώ περιμένω να δω αν θα πυκνώσει
για μένα το καλοκαίρι μια φορά
μια μέρα θα σου φέρουν αγκαλιά το χαμένο λουλούδι
με τ'αρώματα της λησμονιάς  
κι αυτό θα σε βγάλει στους πρόποδες της γιορτής
στου θανάτου το απάτητο άκρο
πιότερο να ονειρευτείς από σήμερα



Τρίτη, 21 Μαΐου 2013

μαυροπερίστερο

και πού να πάμε δαγκωμένο μου στήθος;
ποιός να αψηφά την αντοχή του βλέμματος;
οι άνθρωποι μικρά και μεγάλα βάσανα περνώντας,
όλο βιασύνες κι αναταραχές κυματίζουν,
επικίνδυνοι, αλλόκοτοι, αόμματοι, αδιάβαστοι...
εσένα δυό κόκκινα μάτια σε περιεργάζονται που δεν κοιτάς
το μαύρο περιστέρι στη γωνιά της γέφυρας
και η εξώπορτα ανοιγοκλείνει κάθε δύο λεπτά
σημαίνοντας επαγρύπνηση μπροστά στα πόδια τους
πάνω σε λίγα κλωνιά ξεραμένα
είδα κι απόειδα τ'αυγά μου να ζεσταίνω..

Παρασκευή, 17 Μαΐου 2013

καθρέφτης

Πότε θα έρθεις βασιλιά φωνάζει ο καθρέφτης
Κοιτώ το επόμενο είμαι και είμαι μοναχός
Στριμώχτηκαν οι χαραυγές που σ΄έβλεπα να παίζεις
με τις μεγάλες ανοχές μιας άγουρης ματιάς
τώρα ραγίζοντας, ψίχουλα ανθρώπινα διαλαλώ,
τα όνειρα εκπαιδεύονται με δαγκωμένη πλάτη να πετούν
κι εγώ σκαλώθηκα στη μέγγενη του πλήθους
τριγύρω οι φυλές ασφυκτιούν
λιπόψυχοι, διεστραμμένοι, εκμεταλλευτές,
φόνοι έρωτες, αποκαμωμένοι, αλχημιστές,
καυτές ανάσες των πνευμάτων και μια σιγουριά
όλοι στον ήλιο σπρώχνονται για μία θέση
Τι να καραδοκεί εξόν το άγριο φτεροκόπημα να μείνω ζωντανός;
Ηλιόφωτε πέτα κοντά

Τρίτη, 14 Μαΐου 2013

Αφρική

Μια μέρα σαν άλλη δοσμένος πλαστικών επαφών
εκεί που ξημερώνει πανγαία αυταπάτες 
σύννεφα ανήσυχα γυροφέρνουν τις ύλες
χορδές του ανέμου ατμίζουν στον ουρανό
καμπυλώνουν τις γρίλλιες
λιάζεται μπρος του το σύνορο πρόσφορου δέρματος
το χρώμα της σάρκας βουτηγμένο σοκολάτα
ο αγιάτρευτος αγγίζεται σφύζουσα ήπειρο
αγρίμια και λουλούδια λάγνα του χαμογελούν δραπέτη οιωνό

Κυριακή, 12 Μαΐου 2013

χάρμονιστ


Βουλιαγμένες οι μέρες μία προς μία
στου επιταφίου τα σκοτάδια έσβηναν
Εγώ ανέβαινα σιωπώντας το μάταιο ως τ'ακροδάχτυλα
Ανέμελη κρατήθηκε της σωτηρίας η στέψη σε αναμονή
Απ΄το μυστήριο του τάφου ο ελαιώνας γέννησε ονειροθαύματα
Τώρα το νοιώθω πλησιάζουνε νέας κοπής οι μέθες
Η αράχνη που στον τοίχο κάθετα βαδίζει
ενορχηστρώνει του άπιαστου την τέχνη
Μια αναρρίχηση άλλο ένα θάνατο αγγίζει.



Κυριακή, 5 Μαΐου 2013

περιπατώντας



Σα μέρα καθάρια μιας ήσυχης θάλασσας
περπατώντας ζεστός και αφημένος όπως γυρίζουν τα άστρα,
όπως η γνώση σε κύκλους χαράσσεται στο κέντρο των δέντρων,
το κάθε τέλος κλείνει συμπυκνωμένο στάζοντας
από την κεφαλή στα πόδια που δραπετεύουν στο περβάζι ξανά,
ελπίζοντας στον άνεμο μια νέα ανάθεση,
ο γιός και η κόρη του Πρωτόπλαστου,
σε όσους ευχήθηκα απουσία της λέξης
μου την επέστρεψαν συλλαβίζοντας την με έμφαση,
να μη χάσω ούτε στιγμή από το να ζω για να δω την αγάπη,
κι ας είναι φτερά ή αλυσίδες που θα γενούν ανάλογα,
τα μυστικά των κόσμων απλώνονται ως πάντα
κάτω από τα αποτυπώματα των ποδιών τους
μέχρι το ασυνείδητο του ενδότερου δικού μου
κι από όσα ελπίζω να μου αποκαλυφθούν,
τι να πρωτοδιαβάσω, οι ξένοι τι να μου πρωτοειπούν,
αν δεν περπατήσω το άγνωστο μέσα στο λιγοστό μου ανάπηρο χρόνο.-

Πέμπτη, 2 Μαΐου 2013

καρφιά


"Ιδού ο άνθρωπος!" δείχνουν τα ζώα, τα δέντρα, οι θάλασσες, τα βουνά, η καρδιά του και οι χρόνοι.
Σκεπάζεται μαύρα πανιά ο Υιός να μην κοιτά το Σταυρό όπου κρεμάστηκε,
όπου αγάπησε έναν χαλασμένο κίβδηλο χτίστη που εκμαυλίζει τα Δώρα
και τον Αδερφό του σκοτώνει.

Τρίτη, 30 Απριλίου 2013

κύκλωμα

τι κοιτάς που ούτε εσύ δεν έχεις σαν εγώ
κι απ'το παράθυρό σου κρεμάς τους περσινούς ασφόνδυλους
κοιτώ  που εγώ δεν έχω σαν εσύ τους κόνδυλους που ψάχνεις
σε μια ποντικοπαγίδα γυροφέρνουμε μειδίαμα απόγνωσης
ηλεκτρικά σημειώματα μας άφησε η κάθε πέρυσι Ανάσταση
κι οι τοίχοι δεν κρατάνε άλλο την προδοσία
που μας κατάφεραν οι επωδοί των πουλημένων
στο ποτάμι οι επιπλέοντες νεκροί είναι το θέαμα



Πέμπτη, 25 Απριλίου 2013

lamb


δεν μπόρεσες να περιζωθείς μια φωτιά να καίει
νωρίτερα από τη μελανιά.
Κοίτα. μετριώνται στα δάχτυλα οι αμάραντοι μίσχοι της χαράς
κι η διαφάνειά μας μηδαμινή να μας διαπεράσουν
Θα είχαμε μέρες Εδέμ μακρόσυρτες,
λύπες λιγότερο θανατερές
και αντιύλη να διαδραματιζόμαστε στον ουρανό
αν δε γινόταν άνοιξη φονεύουσα




Τρίτη, 23 Απριλίου 2013

κυνηγός


Σκοτάδια αιμοδιψούν μιαν άνοιξη που βάναυσα ερωτοτροπεί τον πιο αντρειωμένο
Αυτός έξω απ'το κύκλο του ήλιου κοιτά και βολοδέρνει μία οριστική βίου απόξεση
Δεν φτάνουν πια οι λιτανείες να ξορκίσουν τις τρύπες της φτώχειας
Αδειάζουμε με αφόρητους ήχους κι οι πόθοι απάνθρωπα σφίγγουν
τα στήθη μας καμωμένα από αλάτι
μαρμαρωμένε βασιλιά


Σάββατο, 20 Απριλίου 2013

το μήλο

Στο σκοτάδι γηράσκων και σκυφτός όλη νύχτα στο τραπέζι
Περπατά με το νου μονοπάτια της νιότης και του μέλιτος
Στα ξέφωτα την οδηγεί ξανά, τσακίζονται μαζί στους γκρεμούς
Με τα μάτια γεμάτα το Χάρο την ανάσα  του σιωπά,
τη φωνή της ν' ακούσει να παίζει
Με το χέρι το μαχαίρι ακουμπά και το μήλο αφυδατώνει στο άλλο
"Κι επιπλέον νομίζω ότι η Καρχηδόνα πρέπει να πέσει"
την ακούει να λέει τον καημό της πνιγμένη
και πως δε γίνεται πια το μήλο να του καθαρίζει και να τον κερνά
"Τέκνο μου μονάκριβο, ο μονάχος σκαρώνει ένα τέλος μονάχος"
φωνάζει στη μάνα που μαζί με το γιο τους τώρα λειώνει από κάτω

Παρασκευή, 19 Απριλίου 2013

ανευτύχημα

Στη βαρκούλα πεσμένο κεραυνόπληκτο βήμα
βρέχομαι έρωτα νέκταρ νεκρό στο μέτωπο
θρηνώντας που άλλοτε στο στήθος μου τα ψέμματά του γιόρταζα
και τώρα ακάνθινος με μπουμπούκια σαρκοβόρα, καρπούς πειρασμικούς μ'αρπάζει
Τώρα που η μέρα ταξιδεύει βλασταίνοντας ρίζα στο αχανές ανθρώπινου βυθού
προβάλλοντας ειδήσεις με αποτρόπαιες πράξεις,
τρυπώντας με πιότερους δαίμονες παρά αγγέλους οιωνούς.

Παρασκευή, 12 Απριλίου 2013

λιακωτό


ξεχείλιζαν κρασί και γέλια
μιλούσαν με τα μάτια τους οι φίλοι
λευκοί και κόκκινοι δράκοι
ο χρόνος έμενε φυλακισμένος στο απόλυτο κλάσμα του,
να τρέξει πιο μπροστά,
μηδέν- κι ολότελα να μείνεις,
θα φύγεις στο ένα,
μικρή απόμακρη η άβυσσος
κι εγώ δεν έπαψα να υπάρχω

Τετάρτη, 10 Απριλίου 2013

ίνα

Το φίλντισι ξεθώριασε μέσα στη τόση ρέμβη
Ζώνεται ίντριγκα η λησμονιά το νύχι του θανάτου
Λεπτή ιριδίζουσα γραμμή κοιτώ το θήραμά σου
Τα χαρακώματα μένουν κρυφά, βαθαίνουν τα αυλάκια
Από τη γη στον ουρανό πάλι στη γη,
του ρόδου ένας κύκλος
Ο λώρος με την άνοιξη κρεμά τον έρωτά του

Σάββατο, 6 Απριλίου 2013

άπνοια

 Όπως θα φεύγεις εγώ θα κοιτώ απ'τον ορίζοντα αντίθετα
μη δε φανείς ξανά
κι εσύ εκεί που θα πας φοβάσαι
μη δεν κάνεις τίποτα
Όσα καράβια και να μας χαρίσουν εμείς θα μένουμε αταξίδευτοι
Ριγμένος ο ωκεανός μπροστά σε σκαριά απελπισμένα 
μη δε βγάλουν τα βρεχάμενα μακριά από το μουράγιο
 
Κάθε ξεκίνημα της άνοιξης ένα νέο μηδέν
κάθε μηδέν ένα νέο σκίρτημα μη δε δούμε άνοιξη...

Τετάρτη, 3 Απριλίου 2013

συνουσία μυστική


Tης φτώχειας απεκδύεσαι τα ρούχα
την ώρα που υποδόρροια γκρεμίζεται
και φτιάχνεται των προπατόρων κόσμος αλλεπάλληλα,
βαθύπλουτος ο εαυτός, πατάς στο θίασο της μοίρας
δίχως φτιασίδια που ύλες χαιδεύονται,   
πιο γυμνός να έρχεσαι στον κήπο της αγνής σου δράσης,
όσο ανθός που πρωταντίκρυσε ουρανό
Αλλάζεις



Δευτέρα, 25 Μαρτίου 2013

το πέρασμα


με πίκρα χρεώνομαι όσων απώλεσα τα υψίπεδα μεγαλώνοντας,
κομπάζοντας στα βάθη των απύθμενων δυνατοτήτων κάθε ριπής,
νεκρώνοντας εκεί που κάποτε απ΄ασπάλαθο κατοικήθηκα,
εκεί όπου τρυπήθηκα και άδειασα το κίτρινο ευωδιαστό μου αίμα,
πηγαινοέρχοντας σε ένα χωράφι αδημονίας ολημερίς,
παίζοντας με τα δάχτυλα βαμμένα στο μπλε, από τις χάντρες του,
το κομπολόι του παππού και τις πιθανότητες,
σα νύφη μέλλουσα, ρόδα φορέματα ανεμίζοντας,
γελώντας δίχως έγνοια άσπρα φράγματα,
μακριά από τη λάμπουσα γραμμή του ορίζοντα,
όσο να φτάσει ένα σημείωμα στον προορισμό του
και να γυρέψει πίσω έναστρες ελπίδες που δεν ήρθαν ποτέ.

Τρίτη, 19 Μαρτίου 2013

του χάρτη

Ακολουθούν λες και είναι η ουρά σου
όπως η ουρά από το πέπλο μιας νύμφης
μια μέρα και 2 δεκαετη φωτός στα πρώτα πετάγματα,
η άνοιξη στην Ανεμόπολη της καρδιάς σου
ακολουθούν και τρέχουν πιο μπροστά οι εικόνες
σαν τα τσομπάνικα σκυλιά που κυνηγιόσουνα
στη μηχανή με την κάλπικη ισορροπία στις στροφές
και την σκόνη να γίνεται η πιο αγνή παραίσθηση στο στόμα
η πιο στυγνή αλήθεια της ομορφιάς
Τρέχουν πιο μπροστά όταν ασθμαίνεις από κούραση
και λύπη που τώρα όλα μονάχα εντός σου κατοικούνε
και που προβάλλονται ξανά
όσο οι μέρες ζημιώνονται της απουσίας των τοπίων
της αγκαλιάς και της αδυναμίας να κατακτήσεις μια δεύτερη λάμψη τους

Κυριακή, 17 Μαρτίου 2013

χάσιμο


Είναι ένας άνεμος που σου παίρνει την άμμο
από τα κόκκαλα του στήθους
την άμμο που αφήνουν οι μάχες του τείχους
και το σκαρφάλωμα στα απόκρημνα της ύπαρξης
Σκουπίδια και άμμοι,
Είσαι περικυκλωμένος από παντού
Ο άνεμος που ελπίζεις πως θα σε γδύσει κόκκο τον κόκκο
ακόμα κι εκεί που οι αλυκές σου γέμισαν αλάτι και πονάς
Γυμνός να μείνεις στο κενό εσύ κι η ξιπασμένη σου αγάπη
Μια μέρα ακόμα και μια άνοιξη μακριά
πάνω στα βράχια μιας γνώριμης δίψας
κι από ψηλά πολύχρωμος καπνός
το καρναβάλι της υποδυόμενης χαράς...



Παρασκευή, 8 Μαρτίου 2013

το μαντείο

έχω ένα λύκο να με τρώει κάθε βράδυ
το δι ευχών μου δρασκελά χωρίς να αφήνει ήχο
και σαν τη σάρκα μου σπαράξει αρκετά κι έχει κοπάσει
ξυπνώ και νοιώθω πως αυτό που μου έχει μείνει από λίγο
είναι η αρετή που δεν κατάφερε να του κρυφτεί
για να την προσπεράσει-
έχω ένα λύκο που μου μοιάζει..