Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2015

λυγισμός


ποιά ηλιαχίδα να θυμάται τα στεφάνια της χαράς;
μεταξωτές κορδέλες χαρακιές στο στήθος,
πέφτει νεκρός ο χτύπος.
ύστερα ανανήψεις για μέρες,
Κεφάλι που προβάλει εμπρός,
εγώ γωνία του δρόμου και σκυφτή φτιαξιά,
κορώνα σκουριασμένη,
πέταλο που ταξίδεψε την άβυσσο
ως το ρυτιδιασμένο δέρμα του νερού,
πάνω στου φλοίσβου το κρεβάτι να χαθεί,
θάλασσα των γιατί, 
τρέχουνε άδεια μάτια
πώς έφευγες δίχως να στάξει αίμα,
ως άνθρωπος κανείς,
σταυρόλεξo άλυτο,
ούτε που ακούστηκες να τρέμεις τα φτερά σου.
Ξεκούρδισα την άνοιξη στου Άδη τα αλώνια.
και δε φοβάμαι άλλο από τη φυλακή που σε κρατά,
χάδι δαχτύλων, φώτα της τρυφερής ματιάς,
που έρχεσαι μόνο με τη μυρωδιά απ΄τα νεκρά μου φύκια,
μα δεν ψάχνεις τα χέρια
κι εκείνα που μένουν άδεια από το υπαρκτό,
κι ούτε που σε κρατώ,
μόνο στο ανάμεσα των φύλλων γητεύονται,
στου φθινόπωρου τη ριξιά γεμίζουν νεύρα..

                                                                                                                                                                     

Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2015

κιρκάδιος



γέμισε ο ουρανός αλάτι που με έδιωχνες
μην τυχόν μιλήσεις πως φυλάς τα χέρια πίσω απο την πλάτη
για να μ'αγκαλιάσεις
τώρα πίσω το σύννεφο γυρεύεις
βέλος το τρύπησε κι αδειάζει τα μαβιά νερά του,
ώρες ατέλειωτες, τρύπα στου μοναχού το στήθος
βαθύτερη κι από τα συναξάρια που ακουμπά δίχως χέρια
φύλαξέ μου το ναρκαλιευτή κάθε που έρχεσαι 
να βρίσκω τη γωνιά μου στο λιοπύρι
κορμί να ξαποσταίνω
κι έγινα πέταλο το δύστυχο να σε χαιδεύω αόρατο
να με κεντούν οι αργαλιοί του ανέμου..