Πέμπτη, 25 Ιουλίου 2013

το τηλεφώνημα - αποτσίγαρα φιλενάδα...


μα πώς της διέφυγε μία φυγή;
σώπα και έχει κρεμαστεί της λοβοτομής της ο απόηχος
στο κέντρο της πλατείας του χωριού
και της σιωπής της ο θόρυβος διανύει υπόγεια φαράγγια
από την ξενιτιά ως τα ελληνικά περίχωρα
απελπισία είναι το σύρμα της φωνής της
γκρεμίστηκε πάνω μου ραγίζοντας
την προσδοκία της συνάντησης
που σκαρφάλωνε απέλπιδος λυγμός των χρόνων
για την κορυφή του λάρυγγα
κι έγινε εκείνο το λευκό κορίτσι
με το ξέσκεπο όνειρο και τη μαύρη πέτρα στο χέρι
έτοιμη να απαρνηθεί όσα έμελλε
για τόπο εχθρικό η άμαξά της
μα την αλήθεια τι να φυλαχτείς από ένα κακοτράχαλο ριζικό
σκέφτομαι τα εξατμισμένα νιάτα της
στο στήθος τα μελάνια της χυμένα
νεκρή ακόμα και η μέδουσα του έρωτα
κι ανατριχιάζω την ευχή τον Παράδεισο δοξάζοντας
Αδειάζει η τάφρος και δε λογαριάζει κανένα.-

(αφιερωμένο με μία ευχή για την παιδική μου φίλη στα ξένα που επίτηδες όλα αυτά τα χρόνια έκλεινε τις πόρτες που θα μπορούσαν να ανασύρουν το χθες των παιδικών της χρόνων, για να μπορεί να αντέχει το βάρος κάθε μιας καινούργιας μέρας μακριά από ότι αγαπούσε)

Τρίτη, 23 Ιουλίου 2013

ιρόκο


Αρμαδώρος πέρασες μέσα μου
σταυρώθηκαν οι δρόμοι μας το απομεσήμερο
εκεί που σχίζεται στα δυό του πλοίου η μαβιά σκιά
στην κόψη της πλώρης
πέφτεις ν'αγκαλιαστείς με τ'άγρια λευκά της
π'ανθίζουν ρόδα
κι ύστερα κραταιός αφήνεσαι να επιστρέψεις
στα μαύρα του υγρού καθρέφτη βάθη
δρόμος ανεξερεύνητος μακρύς
έχει τη ρότα του νερού
στρίβει, γυρνά να μάχεται,
βρυχάται και κοπάζει
άφαντος έγινες
μετρώ τα ιστία μου
ξέπνοα λερωμένα
κι ο άνεμος αντίθετα βάλθηκε να φυσά

Δευτέρα, 15 Ιουλίου 2013

αυτόματος πιλότος


ναι που περίμενες να πάρεις απαντήσεις
ζητιανεύοντας πηγές, ανέμους και ανθρώπινες πληγές
η γνώση έρχεται σα χάρισμα,
o μαυροφορεμένος με τ'αρπάγια νύχια
διατυπωμένη ήττα με το γάντι
κάθε απάντηση που ξάπλωσε σε στήθος ξένο
βάρος μέταλλου πολύτιμου
βουλώνει έρμα το ερωτώμενο δικό σου
και πώς να αναπνεύσεις
αν πρέπει να περάσω ωκεανό
που τρέφονται ηλεκτροφόρα φίδια
πρέπει να ζήσω το επίτευγμα σα να' ναι δικό μου
κι ίσως ακόμα βρω πού λάθεψες εσύ
και στέρεψε ο δρόμος

Παρασκευή, 12 Ιουλίου 2013

κώδικας

Κάθε που δύει στέλνω το σύνορο του ορίζοντα
να πολιορκεί την επίφυση σου
μέχρι εκεί ακουμπάμε ο ένας τη βρωμιά του άλλου
που κυλάει ανεξέλεγκτα από τις ανίδεες οπές 
και που η μοίρα της τεχνολογίας δεν φτάνει να ενσαρκώσει
ώστε να διαλεχθούν με τους αδύναμους τρόπους τους
η ανθρώπινη διάνοια κυκλοφορεί συγκαλυμμένη
εμείς με το μανδύα των ταξινομηθέντων
αποθανόντες του ίδιου είδους
ο ένας πίσω από τον άλλο πεπτωκότες
ανθρωπάρια εξευτελισμένα και υποτελή
ποτέ δεν παύει η πείνα να πάω το πρόσωπο μου,
το χέρι μου
πιο πέρα από το δοχείο της υπόφυσης
να ασφαλίσει στο δικό σου
να βγάλω τη ζωή απ'το κλαρί του ονείρου
στο κλαρί του τρέχοντος κυτταρικού κλάσματος

Θα μ'αρνηθείς όμως έτσι δεν είναι;

Τετάρτη, 10 Ιουλίου 2013

ψεγάδια


εγώ επέστρεψα τη ζωή στο κύμα της
πώς να την ξαναφέρεις άλλωστε στο χέρι που
ασφαλώς μικρό τη μάνα του κρατούσε
περπάτησα ώσπου τρύπησε η γλώσσα
δηλητήρια κι αρώματα κατάποσης
να προφυλάσσομαι
να μην αγγίζω τοίχους ετοιμόρροπους
μα είναι πέρα από το νου πλανεύτρα η φωτιά
να ζήσω μακρύτερα από τους δρόμους των οστών μου
και το νερό διαλέγει τρόπους τελειωτικούς
περνά εκεί που χώνεψαν οι στάχτες
δίχως ν' αφήνει αποφάγια στο στήθος
μονάχα τρύπες για να χύνονται το φως και τα σκοτάδια
ωσότου να διαλυθώ εντελώς
λίγο έμεινα ακόμα δέρμα
που τ'οδηγεί λες ένα ουράνιο φάσμα 
ριγώ το κάθε μίλι μακριά σου

Τετάρτη, 3 Ιουλίου 2013

dream of lovely creatures


στο μουσείο των θαυμάτων
οι πόρνες τραγουδιάρες αγκαλιάζονται
βαμμένες δέρματα στιλπνά αλληλεγγύης,
μικρόφωνα αγάπης ακκίζονται,
φιλίες γυναικών πλεγμένες δάκρυα
κυλάνε την αιρετική και την αόρατη εποχή
ερώτων μάταιων δαπανηρών
πόσο πάει η τιμή σου
λευκά τα μποντουάρ και οι καρέκλες
που η δύση καθεμιάς απάνω τους ξαπλώνει
του τίτλου της τη φορεσιά
και την κορμοστασιά της
στα κρεμαστάρια τις λεπτές δαντέλες
διάλεξε τη δική σου
θαμπός καθρέφτης, κουρτίνα βαριά
σίδερο πυρωμένο η πληρωμή σου.-


Δευτέρα, 1 Ιουλίου 2013

το χτένι

Με βελονίζει να μοιράζομαι το μύχιο
στων δαχτύλων τις άκρες
και όχι μέσα απ'το σκοτάδι του λάρυγγα
φθόγγος οικείος να συναντώ χαλαρό το πρόσωπό σου
να κάθομαι μπροστά σου οκλαδόν
και καταπάνω σου να σβήνει
το σίγμα τελικό και η ντροπή
φίδι που με χλευάζει άνυδρη βρύση
χαροπαλεύοντας την ουρά του

Μα όχι.
το καλοκαίρι ακόμη δεν το μοιραστήκαμε
ακόμα δε γιορτάσαμε τους άγιους χρόνους,
Συγχρονιστήκαμε ως τα εγκόσμιά σου,
τα συναξάρια σου διανύοντας
Θέλω να χτενίσω όλους τους κόμπους,
να λυθούν οι δρόμοι φωτεινοί ολόγυρα
να χυθώ σαν ξέφρενο άτι
των σειρήνων αμελώντας τα δάκρυα
αστράφτοντας μέσα στο κίτρινο έλος της μέρας
καθαρή, αγέρωχη, δεύτερη μοίρα
με το χτένι στα δόντια,
το χέρι σου απλωμένο
να μου κλέβει τις φωνές για πάντα
παραμερίζοντας τον καλαμιώνα
της παραμορφωμένης δύσης

Θα λιώσω το φόρεμά μου αργά ή γρήγορα
και θά'ρθω.