Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2015

Φαύνος


Μου έλλειψες,
που ο ίσκιος του μετώπου σου πάνω μου
ζεστά κρατάει τα όνειρά μου.
Χειμώνιασε, πλαγιάζοντας τον ήλιο
μέχρι την άλλη άνοιξη κοιμίζω τριανταφυλλιές,
κι η λησμονιά με βρέχει αγκαλιές αγκάθια
Είναι βαθύ το μωβ, το κατεβόδιο μακρύ
κι ο δρόμος χάνεται μέχρι την τελευταία ρίζα
μέσα στην πέτρα που το βράδυ στο κρεβάτι μου κρατώ,
ζεσταίνω έτσι την καρδιά σου θαρρώ..
Μόνο σα θα φωνάξεις "πέτα κοντά φτερούγα!"
το παραπέτασμα της λύπης θα σκιστεί
και η πυξίδα τοποτηρητή θα δείχνει πως υπάρχεις
-Υπάρχω νοητά σαν ένα ρεύμα ηλεκτρικό
τις φλέβες σου να διακινεί μέσα σε κάμπους,
ν'ανθίζουν τα έρημά τους..
.

Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2015

λυγισμός


ποιά ηλιαχίδα να θυμάται τα στεφάνια της χαράς;
μεταξωτές κορδέλες χαρακιές στο στήθος,
πέφτει νεκρός ο χτύπος.
ύστερα ανανήψεις για μέρες,
Κεφάλι που προβάλει εμπρός,
εγώ γωνία του δρόμου και σκυφτή φτιαξιά,
κορώνα σκουριασμένη,
πέταλο που ταξίδεψε την άβυσσο
ως το ρυτιδιασμένο δέρμα του νερού,
πάνω στου φλοίσβου το κρεβάτι να χαθεί,
θάλασσα των γιατί, 
τρέχουνε άδεια μάτια
πώς έφευγες δίχως να στάξει αίμα,
ως άνθρωπος κανείς,
σταυρόλεξo άλυτο,
ούτε που ακούστηκες να τρέμεις τα φτερά σου.
Ξεκούρδισα την άνοιξη στου Άδη τα αλώνια.
και δε φοβάμαι άλλο από τη φυλακή που σε κρατά,
χάδι δαχτύλων, φώτα της τρυφερής ματιάς,
που έρχεσαι μόνο με τη μυρωδιά απ΄τα νεκρά μου φύκια,
μα δεν ψάχνεις τα χέρια
κι εκείνα που μένουν άδεια από το υπαρκτό,
κι ούτε που σε κρατώ,
μόνο στο ανάμεσα των φύλλων γητεύονται,
στου φθινόπωρου τη ριξιά γεμίζουν νεύρα..

                                                                                                                                                                     

Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2015

κιρκάδιος



γέμισε ο ουρανός αλάτι που με έδιωχνες
μην τυχόν μιλήσεις πως φυλάς τα χέρια πίσω απο την πλάτη
για να μ'αγκαλιάσεις
τώρα πίσω το σύννεφο γυρεύεις
βέλος το τρύπησε κι αδειάζει τα μαβιά νερά του,
ώρες ατέλειωτες, τρύπα στου μοναχού το στήθος
βαθύτερη κι από τα συναξάρια που ακουμπά δίχως χέρια
φύλαξέ μου το ναρκαλιευτή κάθε που έρχεσαι 
να βρίσκω τη γωνιά μου στο λιοπύρι
κορμί να ξαποσταίνω
κι έγινα πέταλο το δύστυχο να σε χαιδεύω αόρατο
να με κεντούν οι αργαλιοί του ανέμου..










Κυριακή, 16 Αυγούστου 2015

αφύλαχτο


να δω μια τελευταία κόκκινη φλασιά από ήλιο
προτού βυθιστώ
το φίλντισί σου σκεπάζουν τόνοι από θηρίο
τα μαλλιά σου μακραίνουν
χωρίς την υπογραφή των χεριών μου
οι ρέπλικες ακουμπούν το στήθος σου
απλώνοντας τα πλοκάμια της δίψας
την ανάσα σου σκεπάζουν οι χτύποι του λούνα παρκ γύρω
οι φλέβες μου απουσιάζοντας δυσανασχετούν και με τρυπάνε
που το φως σου έκρυψαν οι μοίρες και ανήμπορη στάθηκα,
κλωθογυρνούν μάταια οι ώρες
όταν αργά θα με δεις,
πιο αργά θα νοιώσεις εκκωφαντικά τον πόνο
που έμαθα να καλπάζω μαζί του για να μην καώ
όσο μακραίνω τόσο πλησιάζω κοντά σ εκείνο
που τώρα πια μπορεί να ζει χωρις την ανάγκη μας
μόνο με ήλιο

Τρίτη, 28 Ιουλίου 2015

άγριο δάσος

μπορείς να φέρεις την εξάρτησή σου πιο κοντά;
να δω ποιά μόλυνση σε έχει συνεπάρει
σε τι ζυμώνεσαι να εξαπολύσεις καλοκαίρι
ζέστη αλύπητη χωρίς πυθμένα
και το κεφάλι ένα ταβάνι που βράζει δίχως παραθύρι
εκείνο το ανυπεράσπιστο φως κρατούσα
και κάπου κάπου δροσιζόμουν
ώσπου το δέντρο βούλιαξε τα κλαδιά του στο κύμα
κι έμεινε δίχως χέρια
δικά σου χνώτα τριγύρω
στης άμμου τον κόκκο
ηχώ στο ματωμένο κοχύλι
άκρες ιδρώτα
πώς θα σε βρω σαν πρώτα;

Φαέθων

με μελανιές από τα χέρια που ορκιζόσουν μ' αγαπούν,
στερνη φορά κοιτάχτηκα στο σκοτεινό το πρόσωπό σου
αλλοπαρμένος έτρεχες να με προλάβεις
φιδίσιο ήταν το αποτύπωμα των ποδιών σου
το δηλητήριο ανέβηκε από χάμω
σε κάθε πόρο χύθηκε
πλημμύρισε το πεζοδρόμιο μου
χαράκτηκα σε μια καρδιά με το αρχικό σου
δε θα με θες
φεύγω καλύτερα

Τετάρτη, 1 Ιουλίου 2015

νεροφωλιά


πού νά'ναι η ουσία μου για να τη μάθεις,
πώς αγκαλιάζεσαι δίχως να με σκεφτείς,
άγονες μέρες, άγνωστα σχήματα
καρφώνονται στης μοναξιάς το χάρτη,
στο γύρω που γεμίζει πανικούς, 
μύρο βαρύ φούξια διπλό λουλούδι πικροδάφνης,
σα θύμηση χωρίς πατημασιές,
δήθεν πώς κάποτε θα ξεπηδήσεις μέσα από τα ποιήματα,
ο ορισμός της αυταπάτης μάχεται χρόνους και καιρούς,
και ύστερα στης ναφθαλίνης τη χαρά επιστρέφοντας,
στην αγκαλιά του δέντρου, στη ρίζα του την καθαρή,
όπου και να σταθεί το αγκάλιασμα δίνεις καρπούς,
στο δίπλα άνθρωπο να απλωθώ,
στο κύτταρο στων απογόνων και στα δεσμά του Μάρτη,
θάλασσα είναι κι αφρισμένα κύματα,
το καλοκαίρι φεύγει μ' αναστεναγμούς
βουλιάζοντας στον ελαιώνα μιας ανύπαρκτης αγάπης



Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2015

des joyes du Paradis


γενιές ονείρων ξεψυχούν μπροστά του,
πάνω κάτω πηγαίνει ίντσα την ίντσα μετάξι
όλη νύχτα ένας Συρμαλίωνας βράχων
λεξοπλάστης, γκρεμιστής θεός απλώνει
δρόμους χρυσούς σε σούρουπο,
γλυστράει με απαλά φτερά κοντά,
βεβαιότητα θερμής αγκάλης
σαν της καμέλιας τη γλυκιά οσμή
πώς να ναι κούφιο κύμα οπού αναδύει διπλόφυλλο πέταλο;
στ' αλήθεια η ευχή θα 'ρθεί από την αρχή
κι όταν ξημερώνει χαϊδεύεις της μέρας τον πάγο,
άλλα κυλούν, άλλα πετούν, άλλα τριγύρω πέφτουν,
κομμάτια τ' ουρανού εσύ,
άλλα τρομάζουν, αναδιπλώνονται και φεύγουν
ύλες στο άγγιγμα του ανέμου,
και μια ασθενική καρδιά που όταν τραφεί πολύ μαβί σκαλώνει,
άτυχη αναιμικιά μπρος στα τριβόλια των ανθών,
ανήμπορη να παίξει, πέτρα,
καρφίτσες βάζει το στήθος να τσιμπούν,
να γυαλίζουν να κλαίγουν της τίγρης τα μάτια,
μπρος στο διχτάκι της ασύγχρονης φύσης,
βοτάνι του ήλιου κάνει δεσμό με τα καυτά σου σπλάχνα
κι ο γλυτωμός μακραίνει κόκκινο το χέρι του




Σάββατο, 16 Μαΐου 2015

Muayad


αξέχαστα τρέχαμε κι είπες
"δες μας συρμοί ξέγνοιαστοι
πώς μάχονται οι ανέμοι μες στον κόσμο"
κυματιστά λυγίζοντας κλωνάρια και ανθούς χρωματιστούς
μη με ξεχνάς σπαθόφυλλό μου
ν'αναποδογυρίζουμε μαζί τ' αστέρια σε αγρούς
λυτρώθηκαν τα χέρια να σκαρφαλώσουν παρυφές
όταν αδημονείς στο στόμα σου να φέρνεις δυόσμο
στο μεσουράνημα του ήλιου να βάζεις γέλια
κι όταν αυτός βουλιάζει με τα χρώματα του λάθους
έρωτας θά' ναι και καημός του πάθους
στο γκρίζο βιος που φεύγει δίχνως άχνα
αλλόκοτα τον πηγαιμό στον ουρανό ν' απολαμβάνεις
αλαφροϊσκιωτος κι αποσπερίτης να γυρνάς
πάνω σε τραίνα να τραβάς γραμμές

Σάββατο, 9 Μαΐου 2015

πορθμός

κι εμένα ο ήρωας μου κάποτε πεθαίνει τι νομίζεις;
έτσι γυρνώ πάλι στους πορθμούς
παρακαλώ να υψωθεί γεφύρι ή να βουλιάξει ο τόπος-
με φόρα μικρή δεν πηδάς μαντρότοιχο
Η αλήθεια χωνεμένη φωτιά γίνεται
μέσα στη σφαίρα μεροληψίας του αντιληφθέντος
Αν με ρωτούσαν πόσους κόσμους κατοικώ με το στήθος
κανένα δε βρίσκω να φτερουγίζει στο δικό τους
Τα παραμύθια μοσχοβολάνε ψέμματα
έτσι αποφεύγω να τα κοιτώ στο δεύτερο το λευκό τους φύλλο
και στο οπισθόφυλλο
Να μην με επαναφέρουν στην πικρή διάσταση
της λεπτομέρειας για την τιμή τους
κι όχι για την αλήθεια

(αφιερωμένο στον Σ.Ξ)

Κυριακή, 3 Μαΐου 2015

scanner


Ύστερα βασανίζομαι απ'τα ίδια μου τα λόγια
Το ψάρι της ξεγνοιασιάς πώς να το κυνηγήσω;
Eκείνο γλυστρά ασημοφέροντας νερά αγνώστου κύματος
Περνά μπροστά μου χαίροντας
της απανεμιάς που ορίζει η θωριά του
Κοίτα με πως μαστίζομαι στο δυνατό σου άνεμο
βαθιά ως τη στοιβάδα ελπίζοντας
Αποδομώ της μέρας τις κατεβασιές της λύπης
κι όσο κι αν κυνηγώ της λησμονιάς την ξέρα
εκείνη να με λούζει με χυμούς φροντίζει 
αλλάζει τα πρόσωπα και βάζει εσένα

Τετάρτη, 22 Απριλίου 2015

κυριολεκτικά




φωνάζοντας αν,
με τα φτερά σου ήσυχα ερωδιέ και κύκνε,
βουλιάζουνε ερημιές στο στήθος
χτυπούν τα σήμαντρα της φλέβας,
πέτρες της άνοιξης κατρακυλούν στο χωματόδρομο
κι όλα τα πρόσωπα του κόσμου κατρακυλούν μαζί τους,
βουητά ρηχά ή ματωμένα,
σκονίζονται και χάνονται,
κι εκείνα παραπονεμένα, άραγε ποιών αγγέλων,
νερά αλμυρά βάζει το μέσα να γυρνάνε
κι όπως ανακυκλώνεται η ποινή του εκλιπόντος στίχου,
μαυρίζει μόνο το μικρό φτερό της ωμοπλάτης,
αυτό που στη γωνιά στριμώχνεται
για να στραγγίζει το πικρό μου πιώμα,
ω αγάπη μου γωνιές που σου φυλώ
σχισμές για να σ'αγγίζω,
να λιγοστεύω από ύλες του θανάτου.


Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2015

βάριο

ο τοίχος έτοιμος για να σαλπάρει
σαν ένα μέτρημα θανάτου διαρκώς
χέρια που παίζουν χάντρες των πιθανοτήτων
πόσο άγνωστο ασημόλευκο εκσφενδονίζουν τα άστρα, 
κάποτε έρχονται από εσένα, κλέβουν φωταέριο ονείρου,
πότε οίδε υπόστεγο ο κεραυνός;
ζω με τις μπλε σκιές που αφήνει ο ήλιος κατάματα,
τις ευωδίες των κλειστών ματιών,
πάντα με κέρματα στην τσέπη κάθε μέρας δράματα,
και γύρω οι φύλακες που αναδεύουν κόκκινα χώματα,
έξοδο δε θα βρίσκεις μόνο αν κάποτε εκείνη σ' εύρει
το μονοπάτι παραμένει αγιασμένο
ο ουρανός μια υπόσχεση απέχει-
Αντέχεις;


Κυριακή, 8 Μαρτίου 2015

futuro



χρυσές και κόκκινες αχτίδες της άνοιξης
πετώντας ανέμελος ξεφεύγεις του νέου φαύλου
ο άνθρωπος που τόσο μεγαλώνει
συρρικνώνοντας όλο περισσότερο το είναι
κι ας είναι σιωπηλά τα φτερά μου
σε μια σταγόνα δρόσου νέα κραυγή τυπώνεται
όπως κοιτάς αναδιπλώνεται χαμένος χρόνος
και κόσμος είναι διπλάσιος που πετά κοντά σου
κρύβεσαι χαμογελώντας ήλιε
για να βλέπεις κρυφά πόσο γεμίζεις πόθο το δρόμο μου 


Παρασκευή, 30 Ιανουαρίου 2015

φαράσι


το άγγιγμα αδρύ μιας ξέφωτης μέρας
από κάπου θυμάμαι πως για να είσαι μαγικός παύεις από άνανδρα δάκρυα
ξέρεις κοιτάζοντας τον ουρανό σε δείχνουν τα αστέρια
πόσο άδικα σε παρασύρουν οι πεινασμένοι
οι τυμπανοκρουσίες των ενδημούντων
λαβύρινθοι αναρίθμητοι που τους κατατρώγουν
δαίμονες έτσι τριγύρω να γεννιούνται
καρδιά απόηχος άδειου δοχείου
όλοι με άφεση αποδημούντες
το όνειρο ας είναι να κοιτώ
κι απ' το σφιχτό μου δέρμα ν' αναβλύζομαι
όσο κι αν δένει τα δεσμά του ως αφανισμού
φωνάζει ο Κύριός μου από τους πόρους πιο πέρα
προέβλεψα να ζήσω μέσα απ' το όνειρο
ως τη βαριά σκιά του τέλους
μια αφημένη κασέτα σε καθίσματα εραστών

Τετάρτη, 14 Ιανουαρίου 2015

πολλές φορές η ελιά


πολλές φορές η ελιά
με τα κλαδιά ραπίζει το βουβό τοίχο στον άνεμο
κι ο ήχος σαν παιδί της μέσα υποταγής
τρέχει ξελευτερία στον ηττημένο
που αρνήθηκε το συμβόλαιο
"δίχως ραφές στο πέτο"
και καρφώθηκε άλαλος να λιώνει
στον απέναντι τοίχο
όσο αργά πάντα ξαστερώνει
τα αυλάκια του στο δρόμο θα έχουν στερέψει.

Τετάρτη, 7 Ιανουαρίου 2015

παραπέντε

πού οδηγείς χρόνε
αφού σαν αγκαλιά μ'έναν απέρατο τοίχο
στέλνω το βλέμμα υπερπόντιο
ανηφορίζοντας με ιαχές
πάνω από δασωμένα χιόνια
ακούω το αίμα μου ζεστό αντίλαλο
ουδέν ότι οίδα
και μνήμη του σήμερα άγοντας
λίγα κρυστάλλινα κρατάω
το άλλο μισό κιόλας στη διπλανή πλαγιά ανηφορίζει
κρατώντας σφιχτά το όνειρο μπαλόνι
που λίγο λίγο ξεφουσκώνει
ευχόμενο πώς όσοι χρόνοι το φτάσουν
θα τους σταματήσω για να με δείξει σφιχτά
στην αγκαλιά του