Δευτέρα, 25 Μαρτίου 2013

το πέρασμα


με πίκρα χρεώνομαι όσων απώλεσα τα υψίπεδα μεγαλώνοντας,
κομπάζοντας στα βάθη των απύθμενων δυνατοτήτων κάθε ριπής,
νεκρώνοντας εκεί που κάποτε απ΄ασπάλαθο κατοικήθηκα,
εκεί όπου τρυπήθηκα και άδειασα το κίτρινο ευωδιαστό μου αίμα,
πηγαινοέρχοντας σε ένα χωράφι αδημονίας ολημερίς,
παίζοντας με τα δάχτυλα βαμμένα στο μπλε, από τις χάντρες του,
το κομπολόι του παππού και τις πιθανότητες,
σα νύφη μέλλουσα, ρόδα φορέματα ανεμίζοντας,
γελώντας δίχως έγνοια άσπρα φράγματα,
μακριά από τη λάμπουσα γραμμή του ορίζοντα,
όσο να φτάσει ένα σημείωμα στον προορισμό του
και να γυρέψει πίσω έναστρες ελπίδες που δεν ήρθαν ποτέ.

Τρίτη, 19 Μαρτίου 2013

του χάρτη

Ακολουθούν λες και είναι η ουρά σου
όπως η ουρά από το πέπλο μιας νύμφης
μια μέρα και 2 δεκαετη φωτός στα πρώτα πετάγματα,
η άνοιξη στην Ανεμόπολη της καρδιάς σου
ακολουθούν και τρέχουν πιο μπροστά οι εικόνες
σαν τα τσομπάνικα σκυλιά που κυνηγιόσουνα
στη μηχανή με την κάλπικη ισορροπία στις στροφές
και την σκόνη να γίνεται η πιο αγνή παραίσθηση στο στόμα
η πιο στυγνή αλήθεια της ομορφιάς
Τρέχουν πιο μπροστά όταν ασθμαίνεις από κούραση
και λύπη που τώρα όλα μονάχα εντός σου κατοικούνε
και που προβάλλονται ξανά
όσο οι μέρες ζημιώνονται της απουσίας των τοπίων
της αγκαλιάς και της αδυναμίας να κατακτήσεις μια δεύτερη λάμψη τους

Κυριακή, 17 Μαρτίου 2013

χάσιμο


Είναι ένας άνεμος που σου παίρνει την άμμο
από τα κόκκαλα του στήθους
την άμμο που αφήνουν οι μάχες του τείχους
και το σκαρφάλωμα στα απόκρημνα της ύπαρξης
Σκουπίδια και άμμοι,
Είσαι περικυκλωμένος από παντού
Ο άνεμος που ελπίζεις πως θα σε γδύσει κόκκο τον κόκκο
ακόμα κι εκεί που οι αλυκές σου γέμισαν αλάτι και πονάς
Γυμνός να μείνεις στο κενό εσύ κι η ξιπασμένη σου αγάπη
Μια μέρα ακόμα και μια άνοιξη μακριά
πάνω στα βράχια μιας γνώριμης δίψας
κι από ψηλά πολύχρωμος καπνός
το καρναβάλι της υποδυόμενης χαράς...



Παρασκευή, 8 Μαρτίου 2013

το μαντείο

έχω ένα λύκο να με τρώει κάθε βράδυ
το δι ευχών μου δρασκελά χωρίς να αφήνει ήχο
και σαν τη σάρκα μου σπαράξει αρκετά κι έχει κοπάσει
ξυπνώ και νοιώθω πως αυτό που μου έχει μείνει από λίγο
είναι η αρετή που δεν κατάφερε να του κρυφτεί
για να την προσπεράσει-
έχω ένα λύκο που μου μοιάζει..

σαν έρθει η άνοιξη

Τους καθρέφτες αρνήθηκα,
ευλογημένοι όλοι κάτω απ΄τον ίδιο ήλιο
Εγώ αχνογράφομαι αντανάκλαση
περαστικών στο τζάμι.
Ασώματη η φωτιά του στίχου,
ας μείνει μόνο μία σκέψη να με σώσει ή να με κάψει
Την κάρφωσα στον τοίχο μαζί με την εικόνα
το τελευταίο λάφυρο που θα εξοντώσει,  
της λήθης την αόρατη αράχνη
Κόκκινη αποκριά δίχως μπαλόνια της χαράς,
κλωστή που θα μου πάρουνε τα χελιδόνια
να πλέξουν την καινούργια τους φωλιά.