Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2015

des joyes du Paradis


γενιές ονείρων ξεψυχούν μπροστά του,
πάνω κάτω πηγαίνει ίντσα την ίντσα μετάξι
όλη νύχτα ένας Συρμαλίωνας βράχων
λεξοπλάστης, γκρεμιστής θεός απλώνει
δρόμους χρυσούς σε σούρουπο,
γλυστράει με απαλά φτερά κοντά,
βεβαιότητα θερμής αγκάλης
σαν της καμέλιας τη γλυκιά οσμή
πώς να ναι κούφιο κύμα οπού αναδύει διπλόφυλλο πέταλο;
στ' αλήθεια η ευχή θα 'ρθεί από την αρχή
κι όταν ξημερώνει χαϊδεύεις της μέρας τον πάγο,
άλλα κυλούν, άλλα πετούν, άλλα τριγύρω πέφτουν,
κομμάτια τ' ουρανού εσύ,
άλλα τρομάζουν, αναδιπλώνονται και φεύγουν
ύλες στο άγγιγμα του ανέμου,
και μια ασθενική καρδιά που όταν τραφεί πολύ μαβί σκαλώνει,
άτυχη αναιμικιά μπρος στα τριβόλια των ανθών,
ανήμπορη να παίξει, πέτρα,
καρφίτσες βάζει το στήθος να τσιμπούν,
να γυαλίζουν να κλαίγουν της τίγρης τα μάτια,
μπρος στο διχτάκι της ασύγχρονης φύσης,
βοτάνι του ήλιου κάνει δεσμό με τα καυτά σου σπλάχνα
κι ο γλυτωμός μακραίνει κόκκινο το χέρι του