Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2012

πατρίδα ονείρων

Αφανιστήκαμε
Γιατί μάθαμε να κατοικούμε χειρότεροι από επίφυτα
Να αγκαλιάζουμε τους αιωνόβιους βλαστούς και τους κορμούς
κι εκείνοι να ζαρώνουν κάτω από τον κλοιό της αυθαιρεσίας μας
κάτω από το βάρος της άχρηστης προσκόλλησής μας
Δε γέννησε η μάθηση.
Στα βάθη του χρόνου βουλιάζοντας
κατέγραψε άπαντα δίχως δυνάμεις αναπαραγωγής
αντέγραψε τα ασύμβατα, τα ξένα
Ούτε η γνώση γέννησε Έλληνα αφού δε βρήκε χώμα εύφορο
Κλώνος με φόρτο υπεροψίας και κούφιους στόχους
πλανάται πλάνη οικτρά περιχαράσσοντας τα σύνορά του
Μένει να πάρουμε αγκαλιά ο ένας τον άλλο προς παρηγοριά μας
Γιατί αυτός ο τόπος, τα μάρμαρα και οι νεκροί του
δε φτιάχνουν άλλο ΕΛΛΑΔΑ..

» Το παρελθόν! Δεν υπάρχει παρελθόν. Τα πάντα συγκλίνουν στο παρόν.»

Παρασκευή, 21 Σεπτεμβρίου 2012

Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2012

έκανα ότι καλύτερο μπορούσα..


Εχεις πάλι την αρρώστια της άνοιξης
Ελαφρύς σαν πούπουλο και τεράστιος σα βουνό
Συνομιλείς με το ξιφοειδές οστούν,
η μάχη προβάλλεται στα μάτια,
όλοι εισχωρούν και αναπαύονται
όσο εσύ αναμετριέσαι
στα πετάγματα από το κάθε του κύμα
Με τα δάχτυλα μπλεγμένα μέχρις εσχάτων
ζευγάρια χέρια, ζευγάρια πόδια,
κάθε σκαλοπάτι άγνωστο,
χέρι δεξί, χέρι αριστερό, ώμος στον ώμο
και τα βράδυα στα μάγουλα άυπνη,
στα βλέφαρα,
σα βράδυα του μεγάλου ξεσηκωμού,
μεγαλώνω με το σφίξιμο στο στομάχι,
περπατώντας τα μονοπάτια του,
στα όνειρα που μου αδειάζει ελπίδες
Δεν ήξερα πως θα είχα μελανιές σε κάθε τόπο
ώσπου να βρω τη δική μου γωνιά να ξεχειμωνιάζω
Πάει καιρός που χαιρέκακα λησμόνησα
αυτό που ήμουν
Αυτό που γίνομαι δε με χωράει
Ένα ολόκληρο λιβάδι άγρια άνθη

Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2012

όταν σου λέω πορτοκάλι να βγαίνεις

Να μυρίσω τη βροχή
όπως θα κατεβαίνουν τα ξανθά χορτάρια
στο πέρασμά της
Στον ουρανό σύννεφο άγριο που έκλεισε
μέσα του τη σκόνη
αγκαλιά με το φόβο ποιάς μέρας
που δε μοιάζει με το αύριο που ονειρεύτηκα
και πέφτοντας
το χαμόγελό της θα σβήνει στα χείλη
Αναρωτιέμαι,
ποιός άνεμος σκόρπισε τα δώρα
ποιός άρπαξε την αθωότητά της
και την έσπρωξε πάνω σε δριμύ μαχαίρι
για να διπλωθούν στα δυο η ακριβή θωριά
και το "Ελπίζω".

Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2012

οι χορευτές

Γίνε Ξε-Γίνε
γυμνώθηκαν τα σπλάχνα από το μουρμουρητό
οι ελπίδες κατρακυλούν από τον ουρανίσκο
καθώς η σφυριά νικάει το κοίταγμα
που έχει προφυλακιστεί
στα έγκατα του είναι
Θα'ναι χρόνια ολόκληρα
δεν μπορώ να ανασάνω γιατί τώρα ξυπνά
πέντε βήματα από πάνω
κι η θέα του υπογείου εκκωφαντική
Τρυπάμε με το βλέμμα του ήλιου το πύρινο έρμα
κάθε δύση που εξασθενεί
μήπως καταφέρουμε να έρθουμε
ο ένας στη θέση του άλλου
στην αγκαλιά του άλλου
να νοιώθουμε πώς όλα έχουν αφεθεί
πως ο Θεός μας αφήνει ελεύθερους
να φύγουμε με τα σώματά μας
σε τρικυμισμένη θάλασσα
όπως τα μικρά ξεριζωμένα άλγη των βράχων

Κυριακή, 9 Σεπτεμβρίου 2012

πώς σε κοιτούν


κρατάς την καρδιά μου σ'ένα ξύλινο τέμπλο
οι πεταλούδες στο στομάχι μου σώπασαν
και κοίτα, τις χορδες τους μαζεύω
πώς με κοιτούν από ψηλά χωρίς καρδιά
από της θάλασσας τον πυθμένα
είναι ο κόσμος πιο θαμπός
ο εχθρός μονάχος του
τους δρόμους αγάπησα γιατί δεν είχα
κι αφέθηκα να γυροφέρνω έναν έναν
με τους ανθρώπους της ξερής αντοχής
σε καφέ με γκαζόν και ομπρέλες λευκές
κι εμείς ρημαγμένοι σε σκονισμένα συντρίμια
η αίγλη που μας ακούμπησε και πήγε στο διάολο
καλύτερα να φύγω σαν το τελευταίο μάταιο απομεινάρι
κοιτώντας τον ουρανό και τις σκιές τους
κάτω απ΄το νερό
που οι καρδιές των παιδιών ακόμα χτυπούν

Σάββατο, 1 Σεπτεμβρίου 2012

γιατί παρασύρθηκα

Δεν είναι που χτίζω φυλακή 
είναι που αγγίζω αόρατους στημόνες
και ανατριχιάζουμε μαζί.
Όλα μα όλα τα μιλώ μ'αυτούς 
Ξέρω να κρύβομαι στη γειτονιά απ'τη ρετσινιά μου
γιατί σκοτώνουν τ΄αλογα όταν εκείνα μάθουν να γερνούν
Είμαι και φαίνομαι το ραγισμένο παραπέτασμά μου
μέσα στον εύφορο Του Κήπο από ανθούς και σάπιους καρπούς
Ένα ελαφρό τρελλό της γενιάς μου επιστέγασμα
λίγο πριν με καταδικάσουν σε λοβοτομή