Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2015

κιρκάδιος



γέμισε ο ουρανός αλάτι που με έδιωχνες
μην τυχόν μιλήσεις πως φυλάς τα χέρια πίσω απο την πλάτη
για να μ'αγκαλιάσεις
τώρα πίσω το σύννεφο γυρεύεις
βέλος το τρύπησε κι αδειάζει τα μαβιά νερά του,
ώρες ατέλειωτες, τρύπα στου μοναχού το στήθος
βαθύτερη κι από τα συναξάρια που ακουμπά δίχως χέρια
φύλαξέ μου το ναρκαλιευτή κάθε που έρχεσαι 
να βρίσκω τη γωνιά μου στο λιοπύρι
κορμί να ξαποσταίνω
κι έγινα πέταλο το δύστυχο να σε χαιδεύω αόρατο
να με κεντούν οι αργαλιοί του ανέμου..










Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου