Τρίτη 1 Απριλίου 2014

πεζούλι


κεντούσε με το κλαράκι σα δοξάρι ένα φύλλο συκιάς
σαν η βελόνα με μαγική κλωστή
λες ώρες ολόκληρες καθισμένη στο πεζούλι
πόσο να περιμένω, πόσο να αδειάσει ο καιρός
τα άχρηστα από τα γεμάτα συρτάρια του
στάζει το φύλλο γάλα και κολλά στα δάχτυλα
τον ακουμπώ αλλά δεν νοιώθω να βγαίνει ανάσα
χαμένος ήταν πάντα, αλλοπαρμένος
πάνω από το κεφάλι του πετούν ξανά χελιδόνια
οι καημοί στροβιλίζονται με τον άνεμο
στα φυλλοκάρδια του στήθους
λες τόσοι ωκεανοί χρυσανθέμων ταξιδεύοντας
θα φτάσουν επιτέλους στην απόκοσμη ράχη
κι ο έρωτας θα σε κάνει τυφλό να παραπατάς
ως εκεί που δεν τελειώνει ο δρόμος του..


Πέμπτη 20 Μαρτίου 2014

μυροφόρα

στα ξαφνικά ήλιος έπιασε να σπρώχνει το παντζούρι
και το μέτωπό μου
ο ήλιος το μεγάλο κίτρινο σημάδι
στο μεσουράνημα των οφθαλμών
απ'το στρατό των κίτρινων ανθών που πνίγουν τα χώματα
μια παπαρούνα κόκκινη στοχεύει
Χαιρετισμοί, άγια αυλή των θρήνων
μέρες που η γλώσσα αλμύρα γεύεται στην άκρη
να γλείψει να προλάβει τις πληγές
ότι δε γίνεται σβήνει μαζί με το θυμό
αλλά το θυμικό διαβρώνει τις σχισμές
και μια στιγμή θα ξεχυθεί σα λάβα
όλα τα σχήματα, όλα τα χιόνια να κορφολογήσει, να καταλάβει,
λεία άμμος ψηλά ψηλά του κάμπου ξαπλώθηκα
κατω από το σταυρό

Δευτέρα 10 Μαρτίου 2014

πλάνη


υποφέρω στη σιωπή το βάρος των σκέψεων που δε διαφεύγουν σε λέξεις
μόνο καμιά εικόνα ξεπηδά από το μηδέν στο ένα
σα βήμα μωρού που στηρίζεται όρθιο
κρατώντας σφιχτά το δάχτυλο της μάνας
στάζοντας για λίγο τη χαρά ενός επιτευχθέντος στόχου
κι έπειτα την πίκρα ενός παρελθόντος χρόνου
γερασμένος κι ετοιμοθάνατος
Μα η εικόνα αυτή στιγμιαία καλύπτει αχνίζοντας τον κόσμο μπροστά
μια μυρωδιά από γιασεμί που επιστρέφει νικηφόρα
από τον κήπο των χαμένων υποσχέσεων
και των απέραντων αποστάσεων

Δευτέρα 3 Μαρτίου 2014

φόρα τα φτερά

Θα έρθει η άνοιξη
φοβάμαι μήπως μπερδευτείς σε φώτα
για μένα δε φανείς
σήμερα παρακάλεσα τον ουρανό
για το μικρό το όσο άσπιλό μου
να στείλει την ευχή σε ρότα
μαζεύω θάρρος, μαζεύω ρόδια,
σχεδιαγράμματα, χάρτες, διαφυγή,
αλλά ανυπόμονη που ακόμα βλέπω την σκιά της
πόσο βαριά, πόσο αργά ανεβαίνει στα ψηλά
έβαλα κλάματα βουβά
πως όλα στάχτη πάνω μου θα πέσουν
σαν και πρώτα
μήτε η ευχή, μήτε το φως
μήτε του σπουργιτιού το όνειρο
χτύπος στο τζάμι θα σπάσουν
πουλιά που μπερδεύονται
σε κλειστό παράθυρο



Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου 2014

τριαντάφυλλο


μετά της μέρας την σκουριά 
σαν τελευταίος χρήστης περπατώ
μέτωπο στραμμένο στο πλακόστρωτο
Αντίθεση που έχουν, κατηφορίζουσες οι ώρες,
με τα γέλια από παιδιά
αθώα σπάνε το κλουβί τους
ώρα Αποκριάς,
το ρόδο μου χλωμό διαμελίζεται,
μίσχος γυμνότερος από ποτέ
περνώ τους χρόνους με χαμόγελα χειμώνα,
γυμνότερος κι από αρχής λαθών,
που έβγαζα τα πρώτα πέταλα,
είμαι αυτός, εντός εκτός,
καρφιτσωμένος στο πέτο του μασκαρεμένου κόσμου
κρυφοκοιτώντας
ίσως εφέτος να ξετυλιχεί
κόκκινη άνοιξη κλωστή και να πετάξω αετός
από άγγιγμα ανέμου





Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2014

Μικαέλ


έτσι είπε και τάχυνε το βήμα να προφτάσει
πέταξε την πραμάτεια από την πλάτη
με το ρολόι να μετράει το ανάποδό του
στον τοίχο δίπλα στην εξώθυρα
κλείνει την πόρτα,
ξεκίνησε, βαδίζει κι όλο πίσω μοιάζει
φαγώθηκαν οι αστράγαλοι και το σακίδιό του
σ'ανατολή, σε δύση ανάβουν σβήνουνε οι ήλιοι
τόποι μου άφαντοι ακριβοθώρητοι και λίγοι
τραβήξτε με να ξεκολλήσω το μηδέν
αν ξεκινήσω σήμερα δίχως να κάνω στάση
θα γευτώ το χώμα, θα λειώσω κάτω από την πέτρα
σ'ένα απ' τα μέρη που με έχουνε χαράξει
θα διασχίσω μια ανάσα έναν ωκεανό
τρέμε χειμώνα 
θ' αγκαλιαστώ το ρούχο το βελούδινο να με σκεπάσει
χελιδονιού φτερούγα 
κι όχι μια ψωριασμένη ανακωχή
διαμαρτυρία σ' ένα σκήνωμα ζωής
σε τάξη καθωσπρεπισμού
παλίρροια μας δέρνει και μας πνίγει
κεντώ το σάβανό μου με μετάξι
ελπίζω να με προλάβεις απ΄τα δόντια του..


Τετάρτη 12 Φεβρουαρίου 2014

λιόδεντρα


πάντα θα με τραβά από τα πόδια κάτω
βαθύτερα κι απο τη ρίζα του λωτού
ένα πιο πέρα από το μέσα του αγκώνα
κι απ'τους καπνούς του ουρανού
το χέρι σου
κοντά θα με τραβούσες
σημάδι που αναρροφά το δέρμα
κάθε αυγή που ανοίγουμε τα μάτια
έρημοι πειρατές του ήλιου 
κρυφτό μας παίζουν βράχοι άγραφοι λευκοί
και φράχτες πεινασμένοι,
εγώ θα τα ξεχνώ
όλα τα πρόσωπα ανύπαρκτα είναι
σκιές του ονείρου
αν δεν έχω βρει εσένα
Το φτάνω το αχανές
της κόγχης των ματιών σου
όπου να ναι θαρρείς
κοιτάζω μέσα από το θάμπος
της κόρης που μελανώνει τα γραπτά της
τηγμένος έγινες πυρήνας και ατμίζεις
όσο βουρκιάζουμε δεμένοι
στους πόλους της γης
Άραγε το πρόσωπό σου υπάρχει;