Δευτέρα 30 Μαρτίου 2015

βάριο

ο τοίχος έτοιμος για να σαλπάρει
σαν ένα μέτρημα θανάτου διαρκώς
χέρια που παίζουν χάντρες των πιθανοτήτων
πόσο άγνωστο ασημόλευκο εκσφενδονίζουν τα άστρα, 
κάποτε έρχονται από εσένα, κλέβουν φωταέριο ονείρου,
πότε οίδε υπόστεγο ο κεραυνός;
ζω με τις μπλε σκιές που αφήνει ο ήλιος κατάματα,
τις ευωδίες των κλειστών ματιών,
πάντα με κέρματα στην τσέπη κάθε μέρας δράματα,
και γύρω οι φύλακες που αναδεύουν κόκκινα χώματα,
έξοδο δε θα βρίσκεις μόνο αν κάποτε εκείνη σ' εύρει
το μονοπάτι παραμένει αγιασμένο
ο ουρανός μια υπόσχεση απέχει-
Αντέχεις;


Κυριακή 8 Μαρτίου 2015

futuro



χρυσές και κόκκινες αχτίδες της άνοιξης
πετώντας ανέμελος ξεφεύγεις του νέου φαύλου
ο άνθρωπος που τόσο μεγαλώνει
συρρικνώνοντας όλο περισσότερο το είναι
κι ας είναι σιωπηλά τα φτερά μου
σε μια σταγόνα δρόσου νέα κραυγή τυπώνεται
όπως κοιτάς αναδιπλώνεται χαμένος χρόνος
και κόσμος είναι διπλάσιος που πετά κοντά σου
κρύβεσαι χαμογελώντας ήλιε
για να βλέπεις κρυφά πόσο γεμίζεις πόθο το δρόμο μου 


Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2015

φαράσι


το άγγιγμα αδρύ μιας ξέφωτης μέρας
από κάπου θυμάμαι πως για να είσαι μαγικός παύεις από άνανδρα δάκρυα
ξέρεις κοιτάζοντας τον ουρανό σε δείχνουν τα αστέρια
πόσο άδικα σε παρασύρουν οι πεινασμένοι
οι τυμπανοκρουσίες των ενδημούντων
λαβύρινθοι αναρίθμητοι που τους κατατρώγουν
δαίμονες έτσι τριγύρω να γεννιούνται
καρδιά απόηχος άδειου δοχείου
όλοι με άφεση αποδημούντες
το όνειρο ας είναι να κοιτώ
κι απ' το σφιχτό μου δέρμα ν' αναβλύζομαι
όσο κι αν δένει τα δεσμά του ως αφανισμού
φωνάζει ο Κύριός μου από τους πόρους πιο πέρα
προέβλεψα να ζήσω μέσα απ' το όνειρο
ως τη βαριά σκιά του τέλους
μια αφημένη κασέτα σε καθίσματα εραστών

Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2015

πολλές φορές η ελιά


πολλές φορές η ελιά
με τα κλαδιά ραπίζει το βουβό τοίχο στον άνεμο
κι ο ήχος σαν παιδί της μέσα υποταγής
τρέχει ξελευτερία στον ηττημένο
που αρνήθηκε το συμβόλαιο
"δίχως ραφές στο πέτο"
και καρφώθηκε άλαλος να λιώνει
στον απέναντι τοίχο
όσο αργά πάντα ξαστερώνει
τα αυλάκια του στο δρόμο θα έχουν στερέψει.

Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2015

παραπέντε

πού οδηγείς χρόνε
αφού σαν αγκαλιά μ'έναν απέρατο τοίχο
στέλνω το βλέμμα υπερπόντιο
ανηφορίζοντας με ιαχές
πάνω από δασωμένα χιόνια
ακούω το αίμα μου ζεστό αντίλαλο
ουδέν ότι οίδα
και μνήμη του σήμερα άγοντας
λίγα κρυστάλλινα κρατάω
το άλλο μισό κιόλας στη διπλανή πλαγιά ανηφορίζει
κρατώντας σφιχτά το όνειρο μπαλόνι
που λίγο λίγο ξεφουσκώνει
ευχόμενο πώς όσοι χρόνοι το φτάσουν
θα τους σταματήσω για να με δείξει σφιχτά
στην αγκαλιά του


Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2014

λεξόπλασμα


πιο πάνω αν σταθεί μια λέξη
μαντήλι γνέφεις
χάνεται το λιβάδι με τα ανοιχτά στόματα
το τελευταίο χαρτάκι μελανό
στάζει νεκρά αρώματα
ο κυνηγός χαϊδεύει ρίγος
ράχη στιλπνή το ελάφι
που τον κοίταζε στο κέντρο του μετώπου
και του'κλεβε το κρίμα
ξαστέρωνε με σφαίρα ασημένια
μωβ ανεμώνες γύρω
όταν εσύ με κύκλωνες όλα τα χάδια
τέτοια βρυσούλα οράσεως τα όνειρα
με ξεραμένα χείλη
να ξημερώνεις εξωραϊσμό κενού
για να ισορροπείς τους νόμους αλαφροπατώντας
και τα αξιώματα να καταρρίπτονται αλλού
καμία μάχη δεν υπέκφευγε τα θύματά της


 "ΠΟΛΥ ΤΟ ΡΙΞΑΜΕ ΣΤΟ ΛΑΜΔΑ ΤΗΣ ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ
Πολύ το ρίξαμε στο λάμδα της Οδύσσειας κι ένα τριαντάφυλλο από απέναντι διεκδικεί τα διακαιώματά του…Στο κοινοβούλιο φυσάει ένα αεράκι από κυκλάδες βόρειες… Ένα κορίτσι με περιμένει πίσω από ένα πληκτρολόγιο που αντίς γράμματα έχει άνθη. Είναι κακό να περιμένει. Θα διαμαρτυρηθεί το πρωινό αηδόνι που την κοίμισε. Τα γιασεμιά της αυλής βαθαίνουν την πικρή τους ρίζα ν’ ανεβάσουν άρωμα… Ένας ερωτευμένος είμαι πάλι κύριε, που βγάζω νόημα κι απ’ το ασήμαντο. Ο Μάιος μόλις φάνηκε ορθοπεταλιά με το ποδήλατο. Έχει στην πλάτη χάρτινα φτερά κι είναι Αλβανός με σώμα ένδοξο… Η μέρα ακουμπάει στο λευκό τοίχο για να στηριχτεί κι ανασηκώνει το καλτσάκι της. Κορίτσι όμορφο με το φρύδι μαύρο και το στήθος άγουρο. Ανοίγω το τεφτέρι που φυλάω λέξεις τις πολύτιμες και υποδέχομαι το Μάιο γράφοντας: ευλογητικιά, παράκηπος, πλανέτο, γυροποταμιά, αχινοποδάτη, παιγνιώτης, ξωμονάστηρο, φουντάνα, ερημοτοπιές, ερωτικόβρυση, νησόπουλο, ανθόμοιος, αστροφύτευτη, ανάριμα, στεναξιά, ερημανθρωπία, αγριοκόριτσο, άκηπος, καλλίπενθος, ανεμοκαίγομαι, αλγινόεσσα, οργικό, κρημνιώτισσα, μπηχταράκι…Λουλούδια, πάρτε λουλούδια κύριε, λόγια ελληνικά…
Γιώργος Μίχος

Πέμπτη 18 Δεκεμβρίου 2014

πίσω σου


«Mείνε.. Mείνε..» φωνάζει στην πλάτη ο καθρέφτης
μείνε είδωλό μου, να σωθούμε κι οι δυο..
Ξάφνου στη μέση του χαμού
και κάτω στο χειμώνα των ατέλειωτων βροχών,
από τις λάσπες μυρίζει θυμάρι,
στα πεζοδρόμια που τρέχω άτι αφηνιασμένο
τα απορημένα μάτια των περαστικών που κλέβω,
κι όλοι οι χρόνοι κερασμένοι να με ξεπερνούν,
ξερόκλαδα πατήματα ακούγονται και πέτρες γωνιασμένες,
πλησιάζει,
ζεστό είναι το όνειρο κι είναι απαλή η αγάπη,
από παντού τρυπούν και μπαινοβγαίνουν
το αδύνατο, το άκαρδο, το άχρονο,
σκέψη μου σκαλωμένη μετρώ τα φτερουγίσματα,
τους κύκλους των καμένων ως το αλώνι του ήλιου,
σημάδεψα πετάγματος κλαδί και παρακλάδι,
ύστατο πούπουλο γυρνάει προς τα μέσα φοβισμένο,
φανάρια διαβάσεων τα μόνα φώτα της ερήμου,
ολούθε αίμα και δακρύων κυματομορφές,
η ματωμένη ανθρωπιά στο έρμα,
τρυπά το όνειρο ζεστό, λογχίζει η αγάπη,
στην στάση περιμένοντας,
μέσα σε κήπους μοχθηρούς με φίδια μεγαλώνουν,
σε χτυπημένα μέτωπα οργής,
σε χνώτα αφιλόξενα τόσο που ο μαστός φυραίνει,
σκιές δραπέτες βγαίνουν, χαρτάκια πεταμένα στα λασπόνερα,
όπως αυτά που φτιάχνω μαζί τους να κατρακυλώ,
και ύστερα ξαπλώνω με το παράθυρο ανοιχτό,
επίτηδες, ελεύθερος,
την ώρα να κραδαίνω,
την ώρα που από παντού τρυπά και μπαίνει
ο κλέφτης πόθος με τη χάρη και τους καθάριους ήχους
το χέρι σου επιτέλους να κρατώ..