Πέμπτη, 18 Δεκεμβρίου 2014

πίσω σου


«Mείνε.. Mείνε..» φωνάζει στην πλάτη ο καθρέφτης
μείνε είδωλό μου, να σωθούμε κι οι δυο..
Ξάφνου στη μέση του χαμού
και κάτω στο χειμώνα των ατέλειωτων βροχών,
από τις λάσπες μυρίζει θυμάρι,
στα πεζοδρόμια που τρέχω άτι αφηνιασμένο
τα απορημένα μάτια των περαστικών που κλέβω,
κι όλοι οι χρόνοι κερασμένοι να με ξεπερνούν,
ξερόκλαδα πατήματα ακούγονται και πέτρες γωνιασμένες,
πλησιάζει,
ζεστό είναι το όνειρο κι είναι απαλή η αγάπη,
από παντού τρυπούν και μπαινοβγαίνουν
το αδύνατο, το άκαρδο, το άχρονο,
σκέψη μου σκαλωμένη μετρώ τα φτερουγίσματα,
τους κύκλους των καμένων ως το αλώνι του ήλιου,
σημάδεψα πετάγματος κλαδί και παρακλάδι,
ύστατο πούπουλο γυρνάει προς τα μέσα φοβισμένο,
φανάρια διαβάσεων τα μόνα φώτα της ερήμου,
ολούθε αίμα και δακρύων κυματομορφές,
η ματωμένη ανθρωπιά στο έρμα,
τρυπά το όνειρο ζεστό, λογχίζει η αγάπη,
στην στάση περιμένοντας,
μέσα σε κήπους μοχθηρούς με φίδια μεγαλώνουν,
σε χτυπημένα μέτωπα οργής,
σε χνώτα αφιλόξενα τόσο που ο μαστός φυραίνει,
σκιές δραπέτες βγαίνουν, χαρτάκια πεταμένα στα λασπόνερα,
όπως αυτά που φτιάχνω μαζί τους να κατρακυλώ,
και ύστερα ξαπλώνω με το παράθυρο ανοιχτό,
επίτηδες, ελεύθερος,
την ώρα να κραδαίνω,
την ώρα που από παντού τρυπά και μπαίνει
ο κλέφτης πόθος με τη χάρη και τους καθάριους ήχους
το χέρι σου επιτέλους να κρατώ..

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου