Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2014

αφορισμός

με κοιτάς με το μαλαματένιο πρόσωπο στραγγισμένο
ο χειμώνας μουλιάζει εδώ κοντά
χάσου και συγχώρεσέ μου τα δεμένα χέρια
αλίμονο δεν φτάνω
ζω για να ονειρεύομαι πως θα ζήσω
δυό μίλια γλώσσα και χεροπόδαρα κουλά
δεν πετάνε ούτε μία νυχτοπεταλούδα
Περπατώντας στο λιακωτό ήλπιζα το χαράκι του ήλιου
να μου κρατάει το χέρι, πέρα απ΄το τότε,
όταν δε θα υπάρχει η σκιά μου
πηχτό σκοτάδι
κι ούτε το φεγγάρι δε διορθώνει
τα συστηματικά σφάλματα των εποχών

Τετάρτη 12 Νοεμβρίου 2014

can fly


στους κεραυνούς κλωνάρι ασημένιο
να με κοιτάς με το μαλαματένιο σου πρόσωπο
τόση βροχή μετά
με το μαλαματένιο πρόσωπό σου
σοβαρό δίχως κελαηδίσματα
τι εδώ να περιμένω γονυκλινής στο δόγμα
τυφλή παλίρροια έρχεται
κοχλάζουσες, αφρίζουσες να με λυτρώσουν,
τα κουδουνίσματα και τα βελάσματά τους από μακριά,
ποτάμια άπονα να ξαγρυπνούν ορμές για να τις υποστείς,
για να τις προσπεράσεις,
οι λέξεις
τις άμορφες ώρες, τις μικρές της ύπαρξης
δεν ήρθαν για να με ζητήσουν,
να με προβλέψουν ήρθαν
περαστικά πτηνά διανύουμε το τέλος εποχής
μια προσευχή σε φουσκοθαλασσιά
για τα παιδιά των περασμένων χρόνων
που στον αφρό δονούνται στραγγισμένα
ψάχνοντας τα μικρά τους καρυδότσουφλα για να αρμενήσουν ως εκεί
από το άλφα στο ωμέγα
κι ύστερα να τα κλαις


Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2014

"και βγαίνει απ΄την Άνοιξη με μια λαβωματιά"


ακολουθώντας μία έκρηξη
σε μονοπάτια βρέθηκα κομματιασμένη,
αστερούσια σκόνη,
μέσα σε μια λερναία ύδρα πιθανοτήτων,
αβέβαια ως τα πιο μύχια λημέρια,
απόμεινε μία στιγμή ευδαιμονίας
με τους φίλους -παντού τόπος-
μα τούτη η μέγγενη της εξαφάνισης άκαφτη δυναμώνει
η ανάσα βλάσφημο ρολόι
δύο φορές το δείκτη μακριά σου προσπερνά
μαύρο καιρό φαγώνεται ο βράχος,
ούτε το φως, σκοτάδι ούτε, δεν ανάβει,
δεν θα σημάνει τίποτα η γνώση
μόνο τα μάτια δυσκολεύουν κι η σιωπή κεντά

Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2014

βιοφωσφόρος

Πατέρα,
κορφολογημένοι να μην ψηλώνουμε άλλο
αρχίζουμε να σκύβουμε στον πλούτο της ζωής
με το καρφωμένο λεπίδι στο πάνω στομάχι
που  αλέθει και χτυπά σαν ξεχαρβαλωμένος μύλος του Θερβάντες
σκύβουμε στα αναφιλητά του Άδη
Μέσα από το φυλάκιο κοιτάζω τα παράσημά μου
μία τα λίγα μέλη που μου απομένουν
δύο την εξώσφαιρα οπού θα συναντηθώ με τις αγάπες μου κάποτε
αυτές που βάψανε παντού με το ουράνιο τους τόξο
δίχως να μ'απασχολεί πως θα τις χάσω ξανά
και ανοίγω το στήθος ως το τελευταίο χιλιοστό
ορκίστηκα
και σκάβω στο κάρβουνο με χάρη

Παρασκευή 17 Οκτωβρίου 2014

το τώρα


γιατί ποιός το μπορεί
το τώρα να ελπίζει στο αύριο;
πόσο τώρα να κρεμιέται στις ανεμόσκαλες
με τα απέραντα ενδεχόμενα απωλείας
και κάθε τόσο στα μετέωρα
να του ξεφεύγει ένα λαθραίο κοίταγμα
φωτιές ανάβοντας στην περιφέρεια της άμμου
δάση ορκίζομαι να οργώσω
μόλις λευτερωθώ του γάντζου
σε τόπους εξορίας να μεγαλώνω το φως τους,
να σβήνω το τώρα που ως το ρέμα δεν με έφτασε
Έσκαψα στον κορμό μου μια σπηλιά
για τ' ανοιξιάτικα πουλιά
για όσα δε θα γενούν τώρα


Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2014

ρετσίνι



Το γεμίζεις κι αδειάζει, τρύπιο το ποτήρι μου
Διψώ
...........................................................
Ύστερα περπάτησα στη βρεγμένη χλόη
κι οι λάσπες ως τα μάτια μου σκαρφάλωσαν
πικρή ως το μεδούλι η γλώσσα
κι η κάμπια να την τρώει
κοκκάλιασα με το σπαθί
αγώνες απροσμέτρητοι βροχής
αν δεν υπήρχε η κλειδωμένη σου εικόνα,
ακίνητη, καρτερική
θα νόμιζα πως δίπλα περπατούσες,
πως άκουγες τους ήχους,
του πόνου τον τριγμό
όσο να προσπαθώ από τη μύτη της βελόνας
να περάσω μιαν ατσάλινη κλωστή
το αίμα για να κόψω
στη λάμα μου πώς χάραζες για ευχή
το όνομά σου και τη λέξη
Ότι αγαπώ παρέα μ'έναν αγγελο φτερουγάει
και τον ρωτάει για λύτρωση
Αυτός, απλώνοντας μία δυνατότητα
τους κλέβει όλους μακριά μου
όπως τα όνειρα που αλλού φωτίζονται
αλλού είναι o γλυτωμός

Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2014

αν ιερό


πιο μακριά κι από του ταξιδιού τα μάκρη
κανόνιζα άλλα να σου πω
βουνό δεν την ξεχνώ τη ράχη
φύλλο ούτε τις ραφές σου
ξημεροβραδιαζόμουν ήρεμη κάποτε
στις θήκες των οργάνων σου
ξαπλωμένη παρέα με τους κεραυνούς τους
τώρα που στάζει μέσα μου άηχος ποταμός
πηγαινοέρχομαι αγρίμι να γεννώ την ηχώ σου
να μ' ελευθερώνω
πάνω σε μάστιγα που έρχεται γοργά
με ένα χέρι απαλό δροσάτο δίχως το πρόσωπό του
λύγισα κλωνάρι
το χέρι μου κρατά μαύρος αβύσσου δίσκος
Δώσαμε, δώσαμε σκούρο βαθύ
Γύρνα μας στο φως
"Δε δώσατε, δε δώσατε" της λέγει ο εφιάλτης
γυμνός κυλιέται στα κοκκινοχώματα, του χάρου ο αδερφός
σκόρπια τα μαύρα ρούχα στο καλάθι
κι η αγκαλιά γιατρειά του μέλλοντος
αγέννητος σπόρος
"Δε Δώσατε Δε δώσατε"
Η άμμος πλέκει σάβανα στο βυθό
Τετελεσμένος χρόνος ας γενεί
να χαιδεύω τα ζεστά νερά της
γκριζογαλάζιο φθινοπώρου
κι εσύ να μου κρατάς το φιλί ζεστό