Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2014

βιοφωσφόρος

Πατέρα,
κορφολογημένοι να μην ψηλώνουμε άλλο
αρχίζουμε να σκύβουμε στον πλούτο της ζωής
με το καρφωμένο λεπίδι στο πάνω στομάχι
που  αλέθει και χτυπά σαν ξεχαρβαλωμένος μύλος του Θερβάντες
σκύβουμε στα αναφιλητά του Άδη
Μέσα από το φυλάκιο κοιτάζω τα παράσημά μου
μία τα λίγα μέλη που μου απομένουν
δύο την εξώσφαιρα οπού θα συναντηθώ με τις αγάπες μου κάποτε
αυτές που βάψανε παντού με το ουράνιο τους τόξο
δίχως να μ'απασχολεί πως θα τις χάσω ξανά
και ανοίγω το στήθος ως το τελευταίο χιλιοστό
ορκίστηκα
και σκάβω στο κάρβουνο με χάρη

Παρασκευή 17 Οκτωβρίου 2014

το τώρα


γιατί ποιός το μπορεί
το τώρα να ελπίζει στο αύριο;
πόσο τώρα να κρεμιέται στις ανεμόσκαλες
με τα απέραντα ενδεχόμενα απωλείας
και κάθε τόσο στα μετέωρα
να του ξεφεύγει ένα λαθραίο κοίταγμα
φωτιές ανάβοντας στην περιφέρεια της άμμου
δάση ορκίζομαι να οργώσω
μόλις λευτερωθώ του γάντζου
σε τόπους εξορίας να μεγαλώνω το φως τους,
να σβήνω το τώρα που ως το ρέμα δεν με έφτασε
Έσκαψα στον κορμό μου μια σπηλιά
για τ' ανοιξιάτικα πουλιά
για όσα δε θα γενούν τώρα


Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2014

ρετσίνι



Το γεμίζεις κι αδειάζει, τρύπιο το ποτήρι μου
Διψώ
...........................................................
Ύστερα περπάτησα στη βρεγμένη χλόη
κι οι λάσπες ως τα μάτια μου σκαρφάλωσαν
πικρή ως το μεδούλι η γλώσσα
κι η κάμπια να την τρώει
κοκκάλιασα με το σπαθί
αγώνες απροσμέτρητοι βροχής
αν δεν υπήρχε η κλειδωμένη σου εικόνα,
ακίνητη, καρτερική
θα νόμιζα πως δίπλα περπατούσες,
πως άκουγες τους ήχους,
του πόνου τον τριγμό
όσο να προσπαθώ από τη μύτη της βελόνας
να περάσω μιαν ατσάλινη κλωστή
το αίμα για να κόψω
στη λάμα μου πώς χάραζες για ευχή
το όνομά σου και τη λέξη
Ότι αγαπώ παρέα μ'έναν αγγελο φτερουγάει
και τον ρωτάει για λύτρωση
Αυτός, απλώνοντας μία δυνατότητα
τους κλέβει όλους μακριά μου
όπως τα όνειρα που αλλού φωτίζονται
αλλού είναι o γλυτωμός

Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2014

αν ιερό


πιο μακριά κι από του ταξιδιού τα μάκρη
κανόνιζα άλλα να σου πω
βουνό δεν την ξεχνώ τη ράχη
φύλλο ούτε τις ραφές σου
ξημεροβραδιαζόμουν ήρεμη κάποτε
στις θήκες των οργάνων σου
ξαπλωμένη παρέα με τους κεραυνούς τους
τώρα που στάζει μέσα μου άηχος ποταμός
πηγαινοέρχομαι αγρίμι να γεννώ την ηχώ σου
να μ' ελευθερώνω
πάνω σε μάστιγα που έρχεται γοργά
με ένα χέρι απαλό δροσάτο δίχως το πρόσωπό του
λύγισα κλωνάρι
το χέρι μου κρατά μαύρος αβύσσου δίσκος
Δώσαμε, δώσαμε σκούρο βαθύ
Γύρνα μας στο φως
"Δε δώσατε, δε δώσατε" της λέγει ο εφιάλτης
γυμνός κυλιέται στα κοκκινοχώματα, του χάρου ο αδερφός
σκόρπια τα μαύρα ρούχα στο καλάθι
κι η αγκαλιά γιατρειά του μέλλοντος
αγέννητος σπόρος
"Δε Δώσατε Δε δώσατε"
Η άμμος πλέκει σάβανα στο βυθό
Τετελεσμένος χρόνος ας γενεί
να χαιδεύω τα ζεστά νερά της
γκριζογαλάζιο φθινοπώρου
κι εσύ να μου κρατάς το φιλί ζεστό

Παρασκευή 12 Σεπτεμβρίου 2014

λιωμένο παγωτό


μαζεύω σταγόνες και φύλλα σκόρπια
περνώντας έξω απ'τον παράδεισο
κι οι φράχτες υψώνουν αντιρρήσεις
τέτοια σφραγίδα ελλιπούς που κουβαλάω
κάποτε έρχονται μέρες θανάτου όταν αθανασία οσμίζεται
το νήμα που μυστικά με τραβά κοντά σου
μακραίνω μα δε σε βρίσκει
πίσω κοιμούνται και ξυπνούν τα νωτισμένα από πάχνη τοπία
κι οι αγκαλιές ανθών ξυραφίζοντας
Ακροπατώντας, γκρεμίζεται
η φυσιά του ανέμου απ'το παράθυρο

Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2014

πάντα


Σειρές διπλές τα περπατήματά τους
πουλιά που κλέβονται ως το ίχνος από άλλους τόπους
Το πάντα του ορίζοντα κρατάει από φόβο 
την υπόσχεση που χάνεται
κι εγώ κρατώ για το δρόμο ένα κεράκι τάφου
να χνωτίζει το τζάμι
Δεν είναι απαλή η θάλασσα
ούτε αρκετή όταν με αφήνει ξέμπαρκη
ν' αδειάζω από καλοκαίρι
Παλεύω με το τρύπιο σκάφος
κι από ψηλά τα φτερουγίσματα αφανίζονται

Παρασκευή 1 Αυγούστου 2014

του μίσους χορδές

Κοιμούνται στο βυθό χωνεμένοι ιππόκαμποι, στη δροσιά του,
στην επιφάνεια ένα κομμένο κεφάλι παιδικό σπαρταρά στην άπνοιά του
από της μάνας την ποδιά ως την αφάνεια
πού ακούστηκες του πόνου της, ηχώ,
ουρλιαχτό κύματος ακοίμητου ως εδώ κάτου;
σαν το χαρταετό να σε κρατώ απ'το σκοινάκι σου να με πετάς ψηλά,
βουλιάζουμε γοργά παιδιά της Γάζας
στην ολοφάνεια των μελλόντων κείμεθα Παράδεισος νεκρός