Παρασκευή 22 Ιουλίου 2016

forget you not


όταν αρχίζει να χτυπάει η φλέβα
με λιβανίζεις μια σκόνη που λάμπει
κι ερχόμαστε αγκαλιασμένοι
σ'ένα βαθύ μπλε αβύσσου κυματίζοντας
στα υψίπεδα των ποδιών μας
μ'ολα τα φτερά ελπίζοντας
πως τώρα αραχνοϋφαίνονται οι πρώτες μνήμες
τόσο τυφλωμένη κρατιέμαι από τους ψίθυρους
πως θα μου δείξεις τα σήματα
τόσο που ακόμα δεν σταματώ να κυνηγώ
ότι σημαδεύεται με φως
κι ύστερα όλα σβήνουν πάλι σε μια κοιλάδα επίπεδη
πόση γαλήνη πρέπει να καταπιώ
για να αντέχω να χωρώ ανάμεσα στις λεγεώνες
των άκαρπων πραγμάτων
σαν σάτυρος που χαίρεται αλλά το θησαυρό του δεν ζυγώνει



Τρίτη 12 Ιουλίου 2016

φλοιός


Ερημωμένος, ξέσκεπος φάνηκε ο πόνος,
βουβή ακολούθησε η συνουσία με το βιος του.
Κείνος αφέντης μέσα του, ανηφόριζε βουνά,
γέμιζαν μάτια όλο λαχτάρα το στήθος και η πλάτη,
κελαρυστά ποτάμια ο οδυρμός του,
πράσινα μίλια σκεπασμένα άνθη,
πίσω απ΄το έρμα κόκκινη φλόγα ξαγρυπνά
κι απόκρημνα μια θάλασσα βαθιά πελασγική
στο γκρέμισμα ενδεχόμενό του,
κεντάται δίχως αίμα,
κι ανάθεμα δεν έχει κορυφή, ούτε βυθό, μονάχα ευχή,
ο δρόμος φιδωτός
κι ο χαλασμός σέρνει ουρά τα πάθη,
ένα ξημέρωμα που έφτανε μαβιά μια γεύση
από σταγόνα εκλιπόντων των σωμάτων,
οράματα αδικοχαμένα αστραφτερά,
ορίζοντα πότε θα επιστρέψεις τη γαλάζια σου καμπή
ποιό νόμισμα χρυσό αντάξιο θα σταθεί στο στόμα
του έρωτά του

Κυριακή 27 Μαρτίου 2016

ταχυδρόμος


κρατιέμαι με το στόμα κλειστό
και ο πόθος στροβιλίζεται εντός μου λυσσαλέος άνεμος
που ουρλιαχτό φυλακισμένου αν τον αφήσω
θα βγει να κάψει το χρόνο, το δρόμο και τον άνθρωπο που μ'αφήνει εδώ,
εσένα που κρύβεσαι πίσω από ένα πυκνό σύννεφο
που δρασκελάς σε ανύποπτο εδάφιο και ορύγματα ανοίγεις
εμένα που καταργώ τις εντολές του αμώμου γιατί μια ρίζα απόμεινε εκεί
πριν όλα γεμίσουν με άμμο....

Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2016

ακίδα


Σε έχω τόσο ονειρευτεί
από πάντα ως πάντα να υπάρχεις
κι αν δε με κάψεις με τα μάτια σου
το ίδιο έχω χάσει
με νοιάζει που δεν σε καίω βυθισμένο φυτίλι 
στο κερί που λιώνω κλαίγοντας
άλλη μία παλίρροια
που χάθηκες δίχως να με πάρεις μαζί σου
κι όλα τρέπονται σε μια ξέρα γη,
φυγή σ' ένα άγονο στήθος.

Δευτέρα 14 Δεκεμβρίου 2015

Φαύνος


Μου έλλειψες,
που ο ίσκιος του μετώπου σου πάνω μου
ζεστά κρατάει τα όνειρά μου.
Χειμώνιασε, πλαγιάζοντας τον ήλιο
μέχρι την άλλη άνοιξη κοιμίζω τριανταφυλλιές,
κι η λησμονιά με βρέχει αγκαλιές αγκάθια
Είναι βαθύ το μωβ, το κατεβόδιο μακρύ
κι ο δρόμος χάνεται μέχρι την τελευταία ρίζα
μέσα στην πέτρα που το βράδυ στο κρεβάτι μου κρατώ,
ζεσταίνω έτσι την καρδιά σου θαρρώ..
Μόνο σα θα φωνάξεις "πέτα κοντά φτερούγα!"
το παραπέτασμα της λύπης θα σκιστεί
και η πυξίδα τοποτηρητή θα δείχνει πως υπάρχεις
-Υπάρχω νοητά σαν ένα ρεύμα ηλεκτρικό
τις φλέβες σου να διακινεί μέσα σε κάμπους,
ν'ανθίζουν τα έρημά τους..
.

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2015

λυγισμός


ποιά ηλιαχίδα να θυμάται τα στεφάνια της χαράς;
μεταξωτές κορδέλες χαρακιές στο στήθος,
πέφτει νεκρός ο χτύπος.
ύστερα ανανήψεις για μέρες,
Κεφάλι που προβάλει εμπρός,
εγώ γωνία του δρόμου και σκυφτή φτιαξιά,
κορώνα σκουριασμένη,
πέταλο που ταξίδεψε την άβυσσο
ως το ρυτιδιασμένο δέρμα του νερού,
πάνω στου φλοίσβου το κρεβάτι να χαθεί,
θάλασσα των γιατί, 
τρέχουνε άδεια μάτια
πώς έφευγες δίχως να στάξει αίμα,
ως άνθρωπος κανείς,
σταυρόλεξo άλυτο,
ούτε που ακούστηκες να τρέμεις τα φτερά σου.
Ξεκούρδισα την άνοιξη στου Άδη τα αλώνια.
και δε φοβάμαι άλλο από τη φυλακή που σε κρατά,
χάδι δαχτύλων, φώτα της τρυφερής ματιάς,
που έρχεσαι μόνο με τη μυρωδιά απ΄τα νεκρά μου φύκια,
μα δεν ψάχνεις τα χέρια
κι εκείνα που μένουν άδεια από το υπαρκτό,
κι ούτε που σε κρατώ,
μόνο στο ανάμεσα των φύλλων γητεύονται,
στου φθινόπωρου τη ριξιά γεμίζουν νεύρα..

                                                                                                                                                                     

Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2015

κιρκάδιος



γέμισε ο ουρανός αλάτι που με έδιωχνες
μην τυχόν μιλήσεις πως φυλάς τα χέρια πίσω απο την πλάτη
για να μ'αγκαλιάσεις
τώρα πίσω το σύννεφο γυρεύεις
βέλος το τρύπησε κι αδειάζει τα μαβιά νερά του,
ώρες ατέλειωτες, τρύπα στου μοναχού το στήθος
βαθύτερη κι από τα συναξάρια που ακουμπά δίχως χέρια
φύλαξέ μου το ναρκαλιευτή κάθε που έρχεσαι 
να βρίσκω τη γωνιά μου στο λιοπύρι
κορμί να ξαποσταίνω
κι έγινα πέταλο το δύστυχο να σε χαιδεύω αόρατο
να με κεντούν οι αργαλιοί του ανέμου..