Τρίτη 28 Ιουλίου 2015

Φαέθων

με μελανιές από τα χέρια που ορκιζόσουν μ' αγαπούν,
στερνη φορά κοιτάχτηκα στο σκοτεινό το πρόσωπό σου
αλλοπαρμένος έτρεχες να με προλάβεις
φιδίσιο ήταν το αποτύπωμα των ποδιών σου
το δηλητήριο ανέβηκε από χάμω
σε κάθε πόρο χύθηκε
πλημμύρισε το πεζοδρόμιο μου
χαράκτηκα σε μια καρδιά με το αρχικό σου
δε θα με θες
φεύγω καλύτερα

Τετάρτη 1 Ιουλίου 2015

νεροφωλιά


πού νά'ναι η ουσία μου για να τη μάθεις,
πώς αγκαλιάζεσαι δίχως να με σκεφτείς,
άγονες μέρες, άγνωστα σχήματα
καρφώνονται στης μοναξιάς το χάρτη,
στο γύρω που γεμίζει πανικούς, 
μύρο βαρύ φούξια διπλό λουλούδι πικροδάφνης,
σα θύμηση χωρίς πατημασιές,
δήθεν πώς κάποτε θα ξεπηδήσεις μέσα από τα ποιήματα,
ο ορισμός της αυταπάτης μάχεται χρόνους και καιρούς,
και ύστερα στης ναφθαλίνης τη χαρά επιστρέφοντας,
στην αγκαλιά του δέντρου, στη ρίζα του την καθαρή,
όπου και να σταθεί το αγκάλιασμα δίνεις καρπούς,
στο δίπλα άνθρωπο να απλωθώ,
στο κύτταρο στων απογόνων και στα δεσμά του Μάρτη,
θάλασσα είναι κι αφρισμένα κύματα,
το καλοκαίρι φεύγει μ' αναστεναγμούς
βουλιάζοντας στον ελαιώνα μιας ανύπαρκτης αγάπης



Δευτέρα 15 Ιουνίου 2015

des joyes du Paradis


γενιές ονείρων ξεψυχούν μπροστά του,
πάνω κάτω πηγαίνει ίντσα την ίντσα μετάξι
όλη νύχτα ένας Συρμαλίωνας βράχων
λεξοπλάστης, γκρεμιστής θεός απλώνει
δρόμους χρυσούς σε σούρουπο,
γλυστράει με απαλά φτερά κοντά,
βεβαιότητα θερμής αγκάλης
σαν της καμέλιας τη γλυκιά οσμή
πώς να ναι κούφιο κύμα οπού αναδύει διπλόφυλλο πέταλο;
στ' αλήθεια η ευχή θα 'ρθεί από την αρχή
κι όταν ξημερώνει χαϊδεύεις της μέρας τον πάγο,
άλλα κυλούν, άλλα πετούν, άλλα τριγύρω πέφτουν,
κομμάτια τ' ουρανού εσύ,
άλλα τρομάζουν, αναδιπλώνονται και φεύγουν
ύλες στο άγγιγμα του ανέμου,
και μια ασθενική καρδιά που όταν τραφεί πολύ μαβί σκαλώνει,
άτυχη αναιμικιά μπρος στα τριβόλια των ανθών,
ανήμπορη να παίξει, πέτρα,
καρφίτσες βάζει το στήθος να τσιμπούν,
να γυαλίζουν να κλαίγουν της τίγρης τα μάτια,
μπρος στο διχτάκι της ασύγχρονης φύσης,
βοτάνι του ήλιου κάνει δεσμό με τα καυτά σου σπλάχνα
κι ο γλυτωμός μακραίνει κόκκινο το χέρι του




Σάββατο 16 Μαΐου 2015

Muayad


αξέχαστα τρέχαμε κι είπες
"δες μας συρμοί ξέγνοιαστοι
πώς μάχονται οι ανέμοι μες στον κόσμο"
κυματιστά λυγίζοντας κλωνάρια και ανθούς χρωματιστούς
μη με ξεχνάς σπαθόφυλλό μου
ν'αναποδογυρίζουμε μαζί τ' αστέρια σε αγρούς
λυτρώθηκαν τα χέρια να σκαρφαλώσουν παρυφές
όταν αδημονείς στο στόμα σου να φέρνεις δυόσμο
στο μεσουράνημα του ήλιου να βάζεις γέλια
κι όταν αυτός βουλιάζει με τα χρώματα του λάθους
έρωτας θά' ναι και καημός του πάθους
στο γκρίζο βιος που φεύγει δίχνως άχνα
αλλόκοτα τον πηγαιμό στον ουρανό ν' απολαμβάνεις
αλαφροϊσκιωτος κι αποσπερίτης να γυρνάς
πάνω σε τραίνα να τραβάς γραμμές

Σάββατο 9 Μαΐου 2015

πορθμός

κι εμένα ο ήρωας μου κάποτε πεθαίνει τι νομίζεις;
έτσι γυρνώ πάλι στους πορθμούς
παρακαλώ να υψωθεί γεφύρι ή να βουλιάξει ο τόπος-
με φόρα μικρή δεν πηδάς μαντρότοιχο
Η αλήθεια χωνεμένη φωτιά γίνεται
μέσα στη σφαίρα μεροληψίας του αντιληφθέντος
Αν με ρωτούσαν πόσους κόσμους κατοικώ με το στήθος
κανένα δε βρίσκω να φτερουγίζει στο δικό τους
Τα παραμύθια μοσχοβολάνε ψέμματα
έτσι αποφεύγω να τα κοιτώ στο δεύτερο το λευκό τους φύλλο
και στο οπισθόφυλλο
Να μην με επαναφέρουν στην πικρή διάσταση
της λεπτομέρειας για την τιμή τους
κι όχι για την αλήθεια

(αφιερωμένο στον Σ.Ξ)

Κυριακή 3 Μαΐου 2015

scanner


Ύστερα βασανίζομαι απ'τα ίδια μου τα λόγια
Το ψάρι της ξεγνοιασιάς πώς να το κυνηγήσω;
Eκείνο γλυστρά ασημοφέροντας νερά αγνώστου κύματος
Περνά μπροστά μου χαίροντας
της απανεμιάς που ορίζει η θωριά του
Κοίτα με πως μαστίζομαι στο δυνατό σου άνεμο
βαθιά ως τη στοιβάδα ελπίζοντας
Αποδομώ της μέρας τις κατεβασιές της λύπης
κι όσο κι αν κυνηγώ της λησμονιάς την ξέρα
εκείνη να με λούζει με χυμούς φροντίζει 
αλλάζει τα πρόσωπα και βάζει εσένα

Τετάρτη 22 Απριλίου 2015

κυριολεκτικά




φωνάζοντας αν,
με τα φτερά σου ήσυχα ερωδιέ και κύκνε,
βουλιάζουνε ερημιές στο στήθος
χτυπούν τα σήμαντρα της φλέβας,
πέτρες της άνοιξης κατρακυλούν στο χωματόδρομο
κι όλα τα πρόσωπα του κόσμου κατρακυλούν μαζί τους,
βουητά ρηχά ή ματωμένα,
σκονίζονται και χάνονται,
κι εκείνα παραπονεμένα, άραγε ποιών αγγέλων,
νερά αλμυρά βάζει το μέσα να γυρνάνε
κι όπως ανακυκλώνεται η ποινή του εκλιπόντος στίχου,
μαυρίζει μόνο το μικρό φτερό της ωμοπλάτης,
αυτό που στη γωνιά στριμώχνεται
για να στραγγίζει το πικρό μου πιώμα,
ω αγάπη μου γωνιές που σου φυλώ
σχισμές για να σ'αγγίζω,
να λιγοστεύω από ύλες του θανάτου.