Κυριακή 3 Μαΐου 2015

scanner


Ύστερα βασανίζομαι απ'τα ίδια μου τα λόγια
Το ψάρι της ξεγνοιασιάς πώς να το κυνηγήσω;
Eκείνο γλυστρά ασημοφέροντας νερά αγνώστου κύματος
Περνά μπροστά μου χαίροντας
της απανεμιάς που ορίζει η θωριά του
Κοίτα με πως μαστίζομαι στο δυνατό σου άνεμο
βαθιά ως τη στοιβάδα ελπίζοντας
Αποδομώ της μέρας τις κατεβασιές της λύπης
κι όσο κι αν κυνηγώ της λησμονιάς την ξέρα
εκείνη να με λούζει με χυμούς φροντίζει 
αλλάζει τα πρόσωπα και βάζει εσένα

Τετάρτη 22 Απριλίου 2015

κυριολεκτικά




φωνάζοντας αν,
με τα φτερά σου ήσυχα ερωδιέ και κύκνε,
βουλιάζουνε ερημιές στο στήθος
χτυπούν τα σήμαντρα της φλέβας,
πέτρες της άνοιξης κατρακυλούν στο χωματόδρομο
κι όλα τα πρόσωπα του κόσμου κατρακυλούν μαζί τους,
βουητά ρηχά ή ματωμένα,
σκονίζονται και χάνονται,
κι εκείνα παραπονεμένα, άραγε ποιών αγγέλων,
νερά αλμυρά βάζει το μέσα να γυρνάνε
κι όπως ανακυκλώνεται η ποινή του εκλιπόντος στίχου,
μαυρίζει μόνο το μικρό φτερό της ωμοπλάτης,
αυτό που στη γωνιά στριμώχνεται
για να στραγγίζει το πικρό μου πιώμα,
ω αγάπη μου γωνιές που σου φυλώ
σχισμές για να σ'αγγίζω,
να λιγοστεύω από ύλες του θανάτου.


Δευτέρα 30 Μαρτίου 2015

βάριο

ο τοίχος έτοιμος για να σαλπάρει
σαν ένα μέτρημα θανάτου διαρκώς
χέρια που παίζουν χάντρες των πιθανοτήτων
πόσο άγνωστο ασημόλευκο εκσφενδονίζουν τα άστρα, 
κάποτε έρχονται από εσένα, κλέβουν φωταέριο ονείρου,
πότε οίδε υπόστεγο ο κεραυνός;
ζω με τις μπλε σκιές που αφήνει ο ήλιος κατάματα,
τις ευωδίες των κλειστών ματιών,
πάντα με κέρματα στην τσέπη κάθε μέρας δράματα,
και γύρω οι φύλακες που αναδεύουν κόκκινα χώματα,
έξοδο δε θα βρίσκεις μόνο αν κάποτε εκείνη σ' εύρει
το μονοπάτι παραμένει αγιασμένο
ο ουρανός μια υπόσχεση απέχει-
Αντέχεις;


Κυριακή 8 Μαρτίου 2015

futuro



χρυσές και κόκκινες αχτίδες της άνοιξης
πετώντας ανέμελος ξεφεύγεις του νέου φαύλου
ο άνθρωπος που τόσο μεγαλώνει
συρρικνώνοντας όλο περισσότερο το είναι
κι ας είναι σιωπηλά τα φτερά μου
σε μια σταγόνα δρόσου νέα κραυγή τυπώνεται
όπως κοιτάς αναδιπλώνεται χαμένος χρόνος
και κόσμος είναι διπλάσιος που πετά κοντά σου
κρύβεσαι χαμογελώντας ήλιε
για να βλέπεις κρυφά πόσο γεμίζεις πόθο το δρόμο μου 


Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2015

φαράσι


το άγγιγμα αδρύ μιας ξέφωτης μέρας
από κάπου θυμάμαι πως για να είσαι μαγικός παύεις από άνανδρα δάκρυα
ξέρεις κοιτάζοντας τον ουρανό σε δείχνουν τα αστέρια
πόσο άδικα σε παρασύρουν οι πεινασμένοι
οι τυμπανοκρουσίες των ενδημούντων
λαβύρινθοι αναρίθμητοι που τους κατατρώγουν
δαίμονες έτσι τριγύρω να γεννιούνται
καρδιά απόηχος άδειου δοχείου
όλοι με άφεση αποδημούντες
το όνειρο ας είναι να κοιτώ
κι απ' το σφιχτό μου δέρμα ν' αναβλύζομαι
όσο κι αν δένει τα δεσμά του ως αφανισμού
φωνάζει ο Κύριός μου από τους πόρους πιο πέρα
προέβλεψα να ζήσω μέσα απ' το όνειρο
ως τη βαριά σκιά του τέλους
μια αφημένη κασέτα σε καθίσματα εραστών

Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2015

πολλές φορές η ελιά


πολλές φορές η ελιά
με τα κλαδιά ραπίζει το βουβό τοίχο στον άνεμο
κι ο ήχος σαν παιδί της μέσα υποταγής
τρέχει ξελευτερία στον ηττημένο
που αρνήθηκε το συμβόλαιο
"δίχως ραφές στο πέτο"
και καρφώθηκε άλαλος να λιώνει
στον απέναντι τοίχο
όσο αργά πάντα ξαστερώνει
τα αυλάκια του στο δρόμο θα έχουν στερέψει.

Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2015

παραπέντε

πού οδηγείς χρόνε
αφού σαν αγκαλιά μ'έναν απέρατο τοίχο
στέλνω το βλέμμα υπερπόντιο
ανηφορίζοντας με ιαχές
πάνω από δασωμένα χιόνια
ακούω το αίμα μου ζεστό αντίλαλο
ουδέν ότι οίδα
και μνήμη του σήμερα άγοντας
λίγα κρυστάλλινα κρατάω
το άλλο μισό κιόλας στη διπλανή πλαγιά ανηφορίζει
κρατώντας σφιχτά το όνειρο μπαλόνι
που λίγο λίγο ξεφουσκώνει
ευχόμενο πώς όσοι χρόνοι το φτάσουν
θα τους σταματήσω για να με δείξει σφιχτά
στην αγκαλιά του