Πέμπτη 26 Δεκεμβρίου 2013

μελάνια ασύρματα


Δε βγαίνουν οι λέξεις σαν εσύ θριάμβου
Λειοτριβείο και καμμένες πέτρες, όχι φώτα
Εμπόριο κυττάρου να κάνουμε
για να πεθάνουμε πιο γρήγορα
όσο τους κύκλους σου θα αναδεύεις
κύκλος δε με ορίζει
Με το σπαθί θα χτυπάω
έπειτα θα σου χρωστώ ερυθρά αιμοσφαίρια αναδρομικά
πάψε άμμο να φυσάς στο μονοπάτι
ο σκαφτιάς οργίζεται παρατώντας το τυφλό
και ο χρόνος ξαπλώνει ραχάτης
ένα πτηνό εκλιπαρώ για να παρηγορούμαι από τα φτερά του
το φαρμάκι μια μέρα ζαχάριασε μονομιάς
κι όπως ρούχο απόκοσμο, μαζεμένο το απεγδύθηκα
αυτό και των σπλάχνων την άρρωστη ράχη
στο τελευταίο μάταιο παρανάλωμα σεντονιών
αποφάσισα άδειο δισάκι
Η μοναδιαία ουσία συνομιλεί με άλλη σφαίρα
γι'αυτό εγώ ερημώνω ανίδεη
Αν έβρισκα μία έστω μετάφραση
δε θα μου φύτρωναν τόσες ακατάλληπτες γλώσσες
μάταια να πολιορκούν μια μάταιη ανάγκη
κι όλο φθήνουν ανεκπλήρωτες σε μια αίθουσα λες πεπρωμένου 
του έρωτά μου οι εικόνες 

Πέμπτη 12 Δεκεμβρίου 2013

διαλυτικό


Δυο κύματα πιο κάτω αν κατέβεις
κινδυνεύεις να ξεγελαστείς πως ημερεύει η θάλασσα
ρωτήθηκες ποτέ πώς αποσβένεται τόση παλίρροια
στην ακτή που έχεις απλώσει τα σχέδιά σου,
μαζεύει δύναμη για σε πνίξει μαζί τους
όπως είπες θα πρέπει να χεις πεθάνει πρωτύτερα

Δευτέρα 9 Δεκεμβρίου 2013

το νόημα


Αν με ρωτήσεις πώς είμαι τώρα που κυρτώνω πλάτη,
πιο ήσυχη, δεν μ'ενοχλούν κλυδωνισμοί, αναταράξεις,
σα γνώρισα το νόημά τους και πώς θα συμβεί
κι ας είχα κάποτε παιδί χυμούς στα στήθια
που λαχταρούσαν να ξεχυθούν σ' ανατολή και δύση
χωρίς να ξέρω ποιός καραδοκεί
αφέθηκα, μα απ'το σκοτάδι  πέρα υπάρχει μόνο η άγνοιά μας σκοτεινή
ακόμα κι οι γραμμές που αφήσαν τα πουλιά του Ελύτη
μπερδεύτηκαν τώρα έσβησαν απαλά σε μία
ο δρόμος είναι ένας όσο κι αν επιβλέπω παρακάμψεις..

Δευτέρα 2 Δεκεμβρίου 2013

κηδειόσημο


έτσι που ανοίγουνε και κλείνουνε οι χρόνοι
ίδια αρχή και ίδιο τέλος
ανίατοι κουτρουβαλάμε ως τη σήψη των έρμων κορμιών μας
Ηττήθηκα όταν πουλήθηκα στου ήλιου τη δύση

Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2013

λανθάνον


της καλλιτεχνίας έμβασμα
είναι η λύτρωση για την απαξίωση της ομορφιάς που κάποτε εννοούσες
 που αν μετρήσεις τις χαρές
τελειώνεις σε θάνατο
με κάποιο τρόπο πρέπει να το παζαρέψεις
δεν είναι η ανημπόρια δική σου εκδρομή
να στη φορέσουν ταμπέλα
ούτε μου είπες πως η παγωνιά φωλιάζει στα κόκκαλα
όταν η μοναξιά δεν ξέρει ποιό πλευρό να διαλέξει
δεν κρυώνω τώρα- γι αυτό
δεν σκέφτομαι, μην τυχόν μηδενίσω τους συμμαθητές μου
για τα δώρα που μου βγάζουν μέσα από το καπέλο
τραβώντας μαγικά την καρέκλα πίσω από την πλάτη μου
χορταίνω το λαγό μιας κατάδυσης στην αδικία
ξέρεις τρώμε ακόμα εδώ χρονομετρώντας
το φαγητό μας όλο και τον εαυτό μας ως πότε
έτσι ξεχνιέμαι κάθε μέρα στο θρανίο
στο χειρότερο σχολείο που ήλιο δε βλέπει
όταν σχολάω αρκεί που κυλάει η φύση κάπου έξω
το πράσινο να σκεπάσει τη γυμνή ραχοκοκκαλιά μου

Δευτέρα 25 Νοεμβρίου 2013

σύννεφο μικρό


Πριν από σύννεφο μικρό
χαράχτηκε ο δρόμος του χειμώνα
Σύννεφα διακλαδούμενα
λαβύρινθος το πέπλο
κεφαλι δε σηκώνει μεροδούλι μεροφάι
σκαλώθηκε ο αγιασμός στην άκρη της ανέμης,
ούτε τυλίγεται ο χαμός ούτε κεντάται νήμα
μνήμες αδέσποτες σα σφαίρες του ασημιού 
το αραχνοϋφαντο το πανωφόρι εξαχνώνουν μιας ελπίδας
το πιο μακρυ ταξιδι μου ο πόθος να μισεψω
σαν έρθει η δύση με το άπειρο στα τρένα,
ανοιξη να λογίζεται για μένα
ναι τότε να πιστέψω
σα δουν τα μάτια τις φωτιές των άλλων κόσμων
που οι χειμώνες μου τις λοιδωρούν για να μη με πονάνε
κι αυτές αλύπητα χτυπούν το όνειρο του Ιωνά
μέσα στους τοίχους της κοιλιάς του αχόρταγου ψαριού
Διχάζομαι τι θα ναι
ουρανοξύστες γυάλινοι
ή τάχα η δίχρωμη η άμπωτη του Αμαζόνα ποταμού
και ποιά ναυάγια στα μακρινά τους βράχια
σιωπή από ξενιτεμένα στήθη ακουμπούν
Ψύχρα έπιασε απόψε στον καθρέφτη
κι η άγνοια των βελόνων στα δάχτυλα
έλα στη θέση μου

Παρασκευή 8 Νοεμβρίου 2013

στένωση


ο κώδικας που οδηγεί στην ίδια στένωση
κι ούτε να καταπιώ μπορώ,
ούτε χωρώ να μεταφέρω την πραμάτεια,
που με ακολουθεί ουρά,
κι αν είναι εξευτελιστικός,
πασχίζοντας να πνίξει ότι τον πονά,
με ουτοπία τα στήθια μου φουσκώνει,
δεν με αφήνει να ζηλεύω τις ξεθωριασμένες μου πτυχές,
τις καίω κάθε που με επισκέπτονται
πάνω στα κοκκαλιάρικα της μέρας πλάνα,
ο κώδικας αυτός, μαζεύει από τα μάτια μου
όσες κλωστές κι αποκαϊδια ξεπηδούν
και τους λυγμούς που με βαραίνουνε
ναυάγια τους κεντάει στα σπλάχνα
ώσπου κι εκείνοι να καούν..
............................................................
άλλο είναι να σε τραβούν τα παλιά σου ράμματα
-όσο αλλάζει ο καιρός της ύπαρξης
παιδεύουν οι ματίσεις-
κι άλλο ακόμα να πληρώνεις κουστούμια 
που επιμένουν να σου ράβουν ακριβά
επειδή τη μοίρα σου έχεις ξηλώσει
...........................................................
Ύψιστε πότε ξημερώνει;