Πέμπτη, 23 Ιανουαρίου 2014

περίμενα

πόσο θα έτρεμα από χαρά
αν μου έμελλε να ξεσκεπάσω
το όνομά μου στην Οξυά
στους ξεχασμένους λόφους
κλαδιά που με κρατήσανε λευκή αγκάλη
δίχως κόμπους
ήλιος δεν την ξεπέρναγε
μόνο η κλεφτή αχτίδα
στο μέτωπο κεντίδι
που τώρα καρβουνιάζει
να με τραβάς φωτογραφία
κι αβυσσαλέα του κενού να μοιάζει
νά' μαι ο μύθος ο πολύς
που πάσχιζες να ξεπεράσεις
η ολόγιομη υποδοχή του δάσους
εδώ τα αρώματα στεγνώνουνε
πώς μας προδώσαμε
μια τρύπα ανοίξαμε
μόνο εκεί να ξεπηδά το βιός μας
ρωγμή των πέρα κόσμων
ένα και δυο ρημάδια προχωρήσαμε
εν' δυο
πιάσε με χέρι για το γύρο του θανάτου
έτσι να κοιταζόμαστε
μέσα απ'το περιτύλιγμα

2 σχόλια:

  1. Πολύ καλό ποίημα. Κυλάει σαν γάργαρο νερό.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Μαρία Ρ., να σημειώνουμε να μην ξεθωριάζουν τα υπάρχοντά μας. Να είστε καλά. Με τιματε.

    ΑπάντησηΔιαγραφή